헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ὑποκριτής

1군 변화 명사; 남성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ὑποκριτής ὑποκριτοῦ

형태분석: ὑποκριτ (어간) + ης (어미)

어원: u(pokri/nomai

  1. 통역자, 해석자, 통역사, 번역가
  2. 배우, 연기자, 예술가
  3. 위선자
  1. one who answers: interpreter, expounder
  2. actor, player
  3. hypocrite, pretender, one who feigns

곡용 정보

1군 변화
단수 쌍수 복수
주격 ὑποκριτής

통역자가

ὑποκριτᾱ́

통역자들이

ὑποκριταί

통역자들이

속격 ὑποκριτοῦ

통역자의

ὑποκριταῖν

통역자들의

ὑποκριτῶν

통역자들의

여격 ὑποκριτῇ

통역자에게

ὑποκριταῖν

통역자들에게

ὑποκριταῖς

통역자들에게

대격 ὑποκριτήν

통역자를

ὑποκριτᾱ́

통역자들을

ὑποκριτᾱ́ς

통역자들을

호격 ὑποκριτά

통역자야

ὑποκριτᾱ́

통역자들아

ὑποκριταί

통역자들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • βασιλεύων ἄνθρωπον ὑποκριτὴν ἀπὸ δυσκολίασ λαοῦ. (Septuagint, Liber Iob 34:30)

    (70인역 성경, 욥기 34:30)

  • ἀλλ’ εἴ μοι τοιοῦτοσ ἀγγελιαφόροσ γένοιο πρὸσ αὐτὴν οἱο͂σ παρ’ ἐκείνησ πρὸσ μὲ γεγένησαι, τολμήσω ἀναρρῖψαι τὸν κύβον, θάρρει, ὦ Λυκῖνε, τούτου γε ἕνεκα, ὡσ οὐ φαῦλόν με ὑποκριτὴν ἕξων τῆσ ἀπολογίασ, πειρώμενοσ διὰ βραχέων εἰπεῖν, ὡσ ἂν μᾶλλον μνημονεύσαιμι. (Lucian, Pro imaginibus, (no name) 16:4)

    (루키아노스, Pro imaginibus, (no name) 16:4)

  • γελοῖον γὰρ ὑπὲρ τοιούτου ῥήτοροσ ἐμὲ ποιεῖσθαι τοὺσ λόγουσ, φαῦλον ὑποκριτὴν ἴσωσ τῶν τοιούτων καὶ τηλικούτων, μὴ καὶ συντρίψω που πεσὼν τὸν ἡρ́ωα ὃν ὑποκρίνομαι. (Lucian, Rhetorum praeceptor, (no name) 12:1)

    (루키아노스, Rhetorum praeceptor, (no name) 12:1)

  • "ἐν τοιαύτῃ τοίνυν ἑορτῇ καὶ ἱερομηνίᾳ ὁ τότε γελάσασ ἐν Ὀλυμπίᾳ ἐκεῖνοσ ἐπὶ τῷ ὑποβολιμαίῳ Πυθαγόρᾳ ἰδὼν προσιόντα τὸν κατάπτυστον καὶ ἀλαζόνα, τὸν τῶν ἀλλοτρίων λόγων ὑποκριτήν ἐτύγχανε δὲ καὶ τὸν τρόπον ἀκριβῶσ εἰδὼσ αὐτοῦ καὶ τὴν ἄλλην ἀσέλγειαν καὶ μιαρίαν τοῦ βίου καὶ ἃ ποιεῖν ἐλέγετο καὶ ἃ ποιῶν κατείληπτο ^ Ὥρα ἡμῖν,’ ἔφη πρόσ τινα τῶν ἑταίρων, ’ ἐκτρέπεσθαι τὸ δυσάντητον τοῦτο θέαμα, ὃσ φανεὶσ ἐοίκε τὴν ἡδίστην ἡμέραν ἀποφράδα ἡμῖν ποιήσειν. (Lucian, Pseudologista, (no name) 5:16)

    (루키아노스, Pseudologista, (no name) 5:16)

  • ἀγένειον τοῦτο ὡσ ἀληθῶσ εἴρηκασ, ἔτι παιδαγωγοῦ τινοσ δεόμενον, συνήγορον ἐν συνουσίᾳ φιλοσόφων παραστήσασθαι ἑρμηνεύσοντα πρὸσ τοὺσ παρόντασ ἅπερ ἂν δοκῇ Τιμοκλεῖ, καὶ τὸν μὲν Δᾶμιν αὐτοπρόσωπον καὶ δι’ αὑτοῦ λέγειν, τὸν δὲ ὑποκριτῇ προσχρώμενον ἰδίᾳ πρὸσ τὸ οὖσ ἐκείνῳ ὑποβάλλειν τὰ δοκοῦντα, τὸν ὑποκριτὴν δὲ ῥητορεύειν, οὐδ’ αὐτὸν ἴσωσ συνιέντα ὅ τι ἀκούσειε. (Lucian, Juppiter trageodeus, (no name) 29:3)

    (루키아노스, Juppiter trageodeus, (no name) 29:3)

유의어

  1. 통역자

  2. 배우

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION