Ancient Greek-English Dictionary Language

τορευτός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: τορευτός τορευτή τορευτόν

Structure: τορευτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from toreu/w

Sense

  1. worked in relief, elaborate

Examples

  • ὅτι ναῦσ Θαρσὶσ τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν ἐν τῇ θαλάσσῃ μετὰ τῶν νηῶν Χιράμ, μία διὰ τριῶν ἐτῶν ἤρχετο τῷ βασιλεῖ ναῦσ ἐκ θαρσὶσ χρυσίου καὶ ἀργυρίου καὶ λίθων τορευτῶν καὶ πελεκητῶν. (Septuagint, Liber I Regum 10:20)
  • ἀλλὰ χρυσοχόων καὶ τορευτῶν καὶ μυρεψῶν καὶ μαγείρων, καλῆσ καὶ σώφρονοσ γενομένησ ξενηλασίασ, τῶν ἀχρήστων. (Plutarch, De cupiditate divitiarum, section 8 6:2)
  • πολύ τε γὰρ μᾶλλον ἐμοὶ δοκεῖ προσήκειν ἀνδρὶ κατασκευάζοντι λόγουσ πολιτικοὺσ μνημεῖα τῆσ ἑαυτοῦ δυνάμεωσ αἰώνια μηδενὸσ τῶν ἐλαχίστων ὀλιγωρεῖν, ἢ ζῳγράφων τε καὶ τορευτῶν παισὶν ἐν ὕλῃ φθαρτῇ χειρῶν εὐστοχίασ καὶ πόνουσ ἀποδεικνυμένοισ περὶ τὰ φλέβια καὶ τὰ πτίλα καὶ τὸν χνοῦν καὶ τὰσ τοιαύτασ μικρολογίασ κατατρίβειν τῆσ τέχνησ τὴν ἀκρίβειαν. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2570)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION