Ancient Greek-English Dictionary Language

περίεργος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: περίεργος περίεργον

Structure: περιεργ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: E)/rgw

Sense

  1. careful overmuch
  2. busy about other folk's affairs, meddling, a busybody
  3. done with especial care, elaborate
  4. superfluous
  5. curious, superstitious

Examples

  • Ἐπειγόμενόν με κατέχεισ, ὦ Πόσειδον, περίεργα ἐρωτῶν. (Lucian, Dialogi Marini, poseidon and alpheios, chapter 2 1:4)
  • καὶ γὰρ συντίθησί ποτε ἀφελῶσ τὰ ὀνόματα καὶ λύει τὴν περίοδον εὐγενῶσ καὶ τὰ περίεργα σχήματα καὶ φορτικὰ φεύγει καὶ μάλιστα ἐν τοῖσ συμβουλευτικοῖσ τε καὶ δικανικοῖσ λόγοισ, ἀλλ’ ὡσ ἐπὶ τὸ πολὺ τῷ ῥυθμῷ δουλεύοντοσ καὶ τῷ κύκλῳ τῆσ περιόδου καὶ τὸ κάλλοσ τῆσ ἀπαγγελίασ ἐν τῷ περιττῷ τιθεμένου κοινότερον εἴρηκα περὶ αὐτοῦ. (Dionysius of Halicarnassus, De Isocrate, chapter 3 1:5)
  • ὡρ́α τοίνυν καὶ βασιλεῖ παραινεῖν πρεσβύτῃ γεγενημένῳ τὸ μὲν διάδημα καταθέσθαι καὶ τὴν πορφύραν, ἱμάτιον δ’ ἀναλαβόντα καὶ καμπύλην ἐν ἀγρῷ διατρίβειν, μὴ δοκῇ περίεργα καὶ ἀώρα πράττειν ἐν πολιαῖσ βασιλεύων. (Plutarch, An seni respublica gerenda sit, chapter, section 11 3:2)
  • οὕτωσ ἄρα προετίμησεν ἀνδρῶν ἀγαθῶν βοσκήματα πολλὰ καὶ ἐκπώματα περίεργα καὶ ἁμάξασ βαρείασ. (Lucian, Toxaris vel amicitia, (no name) 45:3)
  • τούτοισ ἕτερα προσθεὶσ πάλιν ἀμοιβαῖα περίεργα καὶ πικρά, τοὺσ Μηλίουσ ὑποτίθεται λέγοντασ, ὅτι κοινὰσ τὰσ τύχασ φέρουσιν οἱ πολέμιοι καὶ τὸ μὲν εἶξαι εὐθὺσ ἀνέλπιστον, μετὰ δὲ τοῦ δρωμένου ἔτι καὶ στῆναι ἐλπὶσ ὀρθῶσ. (Dionysius of Halicarnassus, , chapter 401)

Synonyms

  1. superfluous

  2. curious

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION