헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παροράω

α 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παροράω παρόψομαι παρεῖδον παρῶμμαι παρώφθην

형태분석: παρ (접두사) + ὁρά (어간) + ω (인칭어미)

  1. 알아차리다, 관찰하다, 인지하다, 알다
  2. 무시하다, 생략하다, 제쳐놓다, 등한시하다
  1. to look at by the way, notice, remark
  2. to overlook, disregard, neglect
  3. to see amiss, see wrong
  4. to look sideways

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρόρω

(나는) 알아차린다

παρόρᾳς

(너는) 알아차린다

παρόρᾳ

(그는) 알아차린다

쌍수 παρόρᾱτον

(너희 둘은) 알아차린다

παρόρᾱτον

(그 둘은) 알아차린다

복수 παρόρωμεν

(우리는) 알아차린다

παρόρᾱτε

(너희는) 알아차린다

παρόρωσιν*

(그들은) 알아차린다

접속법단수 παρόρω

(나는) 알아차리자

παρόρῃς

(너는) 알아차리자

παρόρῃ

(그는) 알아차리자

쌍수 παρόρητον

(너희 둘은) 알아차리자

παρόρητον

(그 둘은) 알아차리자

복수 παρόρωμεν

(우리는) 알아차리자

παρόρητε

(너희는) 알아차리자

παρόρωσιν*

(그들은) 알아차리자

기원법단수 παρόρῳμι

(나는) 알아차리기를 (바라다)

παρόρῳς

(너는) 알아차리기를 (바라다)

παρόρῳ

(그는) 알아차리기를 (바라다)

쌍수 παρόρῳτον

(너희 둘은) 알아차리기를 (바라다)

παρορῷτην

(그 둘은) 알아차리기를 (바라다)

복수 παρόρῳμεν

(우리는) 알아차리기를 (바라다)

παρόρῳτε

(너희는) 알아차리기를 (바라다)

παρόρῳεν

(그들은) 알아차리기를 (바라다)

명령법단수 παρο͂ρᾱ

(너는) 알아차려라

παρορᾶτω

(그는) 알아차려라

쌍수 παρόρᾱτον

(너희 둘은) 알아차려라

παρορᾶτων

(그 둘은) 알아차려라

복수 παρόρᾱτε

(너희는) 알아차려라

παρορῶντων, παρορᾶτωσαν

(그들은) 알아차려라

부정사 παρόρᾱν

알아차리는 것

분사 남성여성중성
παρορων

παρορωντος

παρορωσα

παρορωσης

παρορων

παρορωντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρόρωμαι

(나는) 알아차려진다

παρόρᾳ

(너는) 알아차려진다

παρόρᾱται

(그는) 알아차려진다

쌍수 παρόρᾱσθον

(너희 둘은) 알아차려진다

παρόρᾱσθον

(그 둘은) 알아차려진다

복수 παρορῶμεθα

(우리는) 알아차려진다

παρόρᾱσθε

(너희는) 알아차려진다

παρόρωνται

(그들은) 알아차려진다

접속법단수 παρόρωμαι

(나는) 알아차려지자

παρόρῃ

(너는) 알아차려지자

παρόρηται

(그는) 알아차려지자

쌍수 παρόρησθον

(너희 둘은) 알아차려지자

παρόρησθον

(그 둘은) 알아차려지자

복수 παρορώμεθα

(우리는) 알아차려지자

παρόρησθε

(너희는) 알아차려지자

παρόρωνται

(그들은) 알아차려지자

기원법단수 παρορῷμην

(나는) 알아차려지기를 (바라다)

παρόρῳο

(너는) 알아차려지기를 (바라다)

παρόρῳτο

(그는) 알아차려지기를 (바라다)

쌍수 παρόρῳσθον

(너희 둘은) 알아차려지기를 (바라다)

παρορῷσθην

(그 둘은) 알아차려지기를 (바라다)

복수 παρορῷμεθα

(우리는) 알아차려지기를 (바라다)

παρόρῳσθε

(너희는) 알아차려지기를 (바라다)

παρόρῳντο

(그들은) 알아차려지기를 (바라다)

명령법단수 παρόρω

(너는) 알아차려져라

παρορᾶσθω

(그는) 알아차려져라

쌍수 παρόρᾱσθον

(너희 둘은) 알아차려져라

παρορᾶσθων

(그 둘은) 알아차려져라

복수 παρόρᾱσθε

(너희는) 알아차려져라

παρορᾶσθων, παρορᾶσθωσαν

(그들은) 알아차려져라

부정사 παρόρᾱσθαι

알아차려지는 것

분사 남성여성중성
παρορωμενος

παρορωμενου

παρορωμενη

παρορωμενης

παρορωμενον

παρορωμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρῶρων

(나는) 알아차리고 있었다

παρῶρᾱς

(너는) 알아차리고 있었다

παρῶρᾱν*

(그는) 알아차리고 있었다

쌍수 παρώρᾱτον

(너희 둘은) 알아차리고 있었다

παρωρᾶτην

(그 둘은) 알아차리고 있었다

복수 παρώρωμεν

(우리는) 알아차리고 있었다

παρώρᾱτε

(너희는) 알아차리고 있었다

παρῶρων

(그들은) 알아차리고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρωρῶμην

(나는) 알아차려지고 있었다

παρώρω

(너는) 알아차려지고 있었다

παρώρᾱτο

(그는) 알아차려지고 있었다

쌍수 παρώρᾱσθον

(너희 둘은) 알아차려지고 있었다

παρωρᾶσθην

(그 둘은) 알아차려지고 있었다

복수 παρωρῶμεθα

(우리는) 알아차려지고 있었다

παρώρᾱσθε

(너희는) 알아차려지고 있었다

παρώρωντο

(그들은) 알아차려지고 있었다

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πάρειδον

(나는) 알아차렸다

πάρειδες

(너는) 알아차렸다

πάρειδεν*

(그는) 알아차렸다

쌍수 παρεῖδετον

(너희 둘은) 알아차렸다

παρείδετην

(그 둘은) 알아차렸다

복수 παρεῖδομεν

(우리는) 알아차렸다

παρεῖδετε

(너희는) 알아차렸다

πάρειδον

(그들은) 알아차렸다

명령법단수 παρίδε

(너는) 알아차렸어라

παριδέτω

(그는) 알아차렸어라

쌍수 παρίδετον

(너희 둘은) 알아차렸어라

παριδέτων

(그 둘은) 알아차렸어라

복수 παρίδετε

(너희는) 알아차렸어라

παριδόντων

(그들은) 알아차렸어라

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • μισόπαισ οὗτοσ, ἐγὼ φιλοπάτωρ γίγνομαι ἐγὼ τὴν φύσιν ἀσπάζομαι, οὗτοσ τὰ τῆσ φύσεωσ παρορᾷ καὶ ^ καθυβρίζει δίκαια. (Lucian, Abdicatus, (no name) 18:4)

    (루키아노스, Abdicatus, (no name) 18:4)

  • ἀλλ’ οὗτοσ ἑκὼν καὶ τοὺσ νόμουσ παρορᾷ οἳ τοὺσ οὐδὲν ἠδικηκότασ παῖδασ τῷ γένει φυλάττουσιν, καὶ τὴν φύσιν, ἣ τοὺσ γεννήσαντασ ἕλκει πρὸσ πόθον τῶν γεγεννημένων πολύν. (Lucian, Abdicatus, (no name) 18:9)

    (루키아노스, Abdicatus, (no name) 18:9)

  • "ὁ δὲ ταῦθ’ ὑπάρχειν τῷ μετεσχηκέναι καὶ ὅσον ἀπολείπεται τοῦ ὄντοσ ἀεὶ καὶ τὸ εἶναι παρέχοντοσ αὐτοῖσ ὑπονοῶν οὐ παρορᾷ τὸ αἰσθητὸν ἀλλὰ παρορᾷ τὸ νοητόν, οὐδ’ ἀναιρεῖ τὰ γιγνόμενα καὶ φαινόμενα περὶ ἡμᾶσ τῶν παθῶν ἀλλ’ ὅτι βεβαιότερα τούτων ἕτερα καὶ μονιμώτερα πρὸσ οὐσίαν ἐστὶ τῷ μήτε γίγνεσθαι μήτ’ ἀπόλλυσθαι μήτε πάσχειν μηδέν, ἐνδείκνυται τοῖσ ἑπομένοισ, καὶ διδάσκει καθαρώτερον τῆσ διαφορᾶσ ἁπτομένουσ τοῖσ ὀνόμασι τὰ μὲν ὄντα τὰ δὲ γιγνόμενα προσαγορεύειν. (Plutarch, Adversus Colotem, section 1516)

    (플루타르코스, Adversus Colotem, section 1516)

  • τὰ γὰρ ἐκείνων ἐλέγχει καὶ προφέρεται καὶ δείκνυσιν αὐτοῖσ ἃ δεῖ φυλάξασθαι καὶ διορθῶσαι, τῶν δ’ οἴκοι τὰ πλεῖστα παρορᾷ διὰ τὴν περὶ τὰ ἔξω πτόησιν. (Plutarch, De curiositate, section 2 1:2)

    (플루타르코스, De curiositate, section 2 1:2)

유의어

  1. 알아차리다

  2. 무시하다

  3. to see amiss

  4. to look sideways

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION