- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

νομιστέος?

First/Second declension Adjective; Transliteration: nomisteos

Principal Part: νομιστέος νομιστέα νομιστέον

Structure: νομιστε (Stem) + ος (Ending)

Etym.: 분사형

Sense

  1. to be accounted

Examples

  • πῶς οὖν νομιστέον ἢ κλητέον ὑπάρχειν αὐτοὺς θεούς; (Septuagint, Litterae Ieremiae 1:40)
  • πάντα τὰ γενόμενα ἐν αὐτοῖς ἐστι ψευδῆ. πῶς οὖν νομιστέον ἢ κλητέον ὡς θεοὺς αὐτοὺς ὑπάρχειν; (Septuagint, Litterae Ieremiae 1:45)
  • πῶς οὖν ἐκδεκτέον ἢ νομιστέον ὅτι εἰσὶ θεοί; οὔτε ἀπὸ κλεπτῶν οὔτε ἀπὸ λῃστῶν οὐ μὴ διασωθῶσι θεοὶ ξύλινοι καὶ περιάργυροι καὶ περίχρυσοι, (Septuagint, Litterae Ieremiae 1:57)
  • ὅθεν οὔτε νομιστέον οὔτε κλητέον ὑπάρχειν αὐτοὺς θεούς, οὐ δυνατῶν ὄντων αὐτῶν οὔτε κρίσιν κρῖναι οὔτε εὖ ποιῆσαι ἀνθρώποις. (Septuagint, Litterae Ieremiae 1:64)
  • νομιστέον γὰρ τῇ Σπαρτιατικῇ ἱστορίᾳ καὶ τὴν Ἰλιακὴν συνῆφθαι, πολλὴν οὖσαν καὶ πολυπρόσωπον καθ ἕκαστον γοῦν τῶν ἐκεῖ πεσόντων δρᾶμα τῇ σκηνῇ πρόκειται: (Lucian, De saltatione, (no name) 46:1)

Related

명사

형용사

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION