Ancient Greek-English Dictionary Language

μαγειρικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: μαγειρικός μαγειρική μαγειρικόν

Structure: μαγειρικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ma/geiros

Sense

  1. fit for a cook or cookery
  2. (of persons) skilled in cooking

Examples

  • "τοῦ μέλλοντοσ ἑστιάσεσθαι μὴ μαγειρικοῦ ὄντοσ, σκευαζομένησ θοίνησ ἀκυροτέρα ἡ κρίσισ ; (Lucian, De parasito sive artem esse parasiticam, (no name) 5:5)
  • αἰτησάμενοσ γὰρ ἐξουσίαν ἀσπάσασθαι τὴν θυγατέρα τοὺσ τελευταίουσ ἀσπασμοὺσ ἐπ’ ἐξουσίασ καὶ διαλεχθῆναι μόνῃ μόνοσ, ὁπόσα βούλεται, πρὶν ἐκ τῆσ ἀγορᾶσ αὐτὴν ἀπαχθῆναι, συγχωρήσαντοσ τοῦ στρατηγοῦ καὶ τῶν ἐχθρῶν μικρὸν ἀναχωρησάντων ὑπολαβὼν εἰσ τὴν ἐκλυομένην τε καὶ καταρρέουσαν καὶ κατέχουσαν τέωσ μὲν ἀνεκαλεῖτό τε καὶ κατεφίλει καὶ τὰσ λιβάδασ ἐξέματτε τῶν δακρύων, ἔπειτα κατὰ μικρὸν ὑπάγων, ὡσ ἦν ἐγγὺσ ἐργαστηρίου μαγειρικοῦ, μάχαιραν ἐξαρπάσασ ἀπὸ τῆσ τραπέζησ παίει τὴν θυγατέρα διὰ τῶν σπλάγχνων τοσοῦτον εἰπών· (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 11, chapter 37 7:1)
  • οὐκοῦν καὶ τοῦ μέλλοντοσ ἑστιάσεσθαι μὴ μαγειρικοῦ ὄντοσ, σκευαζομένησ θοίνησ, ἀκυροτέρα ἡ κρίσισ τῆσ τοῦ ὀψοποιοῦ περὶ τῆσ ἐσομένησ ἡδονῆσ. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 222:3)

Synonyms

  1. fit for a cook or cookery

  2. skilled in cooking

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION