헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κυλίω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κυλίω

형태분석: κυλί (어간) + ω (인칭어미)

  1. to roll along

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυλίω

κυλίεις

κυλίει

쌍수 κυλίετον

κυλίετον

복수 κυλίομεν

κυλίετε

κυλίουσιν*

접속법단수 κυλίω

κυλίῃς

κυλίῃ

쌍수 κυλίητον

κυλίητον

복수 κυλίωμεν

κυλίητε

κυλίωσιν*

기원법단수 κυλίοιμι

κυλίοις

κυλίοι

쌍수 κυλίοιτον

κυλιοίτην

복수 κυλίοιμεν

κυλίοιτε

κυλίοιεν

명령법단수 κύλιε

κυλιέτω

쌍수 κυλίετον

κυλιέτων

복수 κυλίετε

κυλιόντων, κυλιέτωσαν

부정사 κυλίειν

분사 남성여성중성
κυλιων

κυλιοντος

κυλιουσα

κυλιουσης

κυλιον

κυλιοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυλίομαι

κυλίει, κυλίῃ

κυλίεται

쌍수 κυλίεσθον

κυλίεσθον

복수 κυλιόμεθα

κυλίεσθε

κυλίονται

접속법단수 κυλίωμαι

κυλίῃ

κυλίηται

쌍수 κυλίησθον

κυλίησθον

복수 κυλιώμεθα

κυλίησθε

κυλίωνται

기원법단수 κυλιοίμην

κυλίοιο

κυλίοιτο

쌍수 κυλίοισθον

κυλιοίσθην

복수 κυλιοίμεθα

κυλίοισθε

κυλίοιντο

명령법단수 κυλίου

κυλιέσθω

쌍수 κυλίεσθον

κυλιέσθων

복수 κυλίεσθε

κυλιέσθων, κυλιέσθωσαν

부정사 κυλίεσθαι

분사 남성여성중성
κυλιομενος

κυλιομενου

κυλιομενη

κυλιομενης

κυλιομενον

κυλιομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὁ ὀρύσσων βόθρον τῷ πλησίον ἐμπεσεῖται εἰσ αὐτόν, ὁ δὲ κυλίων λίθον ἐφ̓ ἑαυτὸν κυλίει. (Septuagint, Liber Proverbiorum 26:28)

    (70인역 성경, 잠언 26:28)

  • κολάζεται δὲ Σίσυφοσ ἐν Αἵδου πέτρον ταῖσ χερσὶ καὶ τῇ κεφαλῇ κυλίων, καὶ τοῦτον ὑπερβάλλειν θέλων· (Apollodorus, Library and Epitome, book 1, chapter 9 3:3)

    (아폴로도로스, Library and Epitome, book 1, chapter 9 3:3)

  • οὑριστικὸσ δ’ Εὐβουλίδησ κερατίνασ ἐρωτῶν καὶ ψευδαλαζόσιν λόγοισ τοὺσ ῥήτορασ κυλίων ἀπῆλθ’ ἔχων Δημοσθένουσ τὴν ῥωποπερπερήθραν. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, B, Kef. i'. EUKLEIDHS 3:4)

    (디오게네스 라에르티오스, Lives of Eminent Philosophers, B, Kef. i'. EUKLEIDHS 3:4)

  • ταῖσ μὲν οὖν ἐπικώποισ τῶν νεῶν εὔθετόσ ἐστιν ὁ τόποσ, κλύδωνα μὲν οὐκ ἐκ πολλοῦ κυλίων διαστήματοσ, θήραν δ’ ἰχθύων ἄπλατον παρεχόμενοσ· (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 3, chapter 40 4:1)

    (디오도로스 시켈로스, Bibliotheca Historica, book 3, chapter 40 4:1)

유의어

  1. to roll along

관련어

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION