헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατεπείγω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατεπείγω κατεπείξω

형태분석: κατ (접두사) + ἐπείγ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 늘어뜨리다, 우울하게 하다
  2. 밀어붙이다, 강요하다, 동요시키다, 밀다, 가속하다, 서두르다
  3. 서두르다, 가속하다, 급히 가다
  1. to press down, depress
  2. to press much, press hard, drive on, urge on, impel
  3. to hasten, make haste

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεπείγω

(나는) 늘어뜨린다

κατεπείγεις

(너는) 늘어뜨린다

κατεπείγει

(그는) 늘어뜨린다

쌍수 κατεπείγετον

(너희 둘은) 늘어뜨린다

κατεπείγετον

(그 둘은) 늘어뜨린다

복수 κατεπείγομεν

(우리는) 늘어뜨린다

κατεπείγετε

(너희는) 늘어뜨린다

κατεπείγουσιν*

(그들은) 늘어뜨린다

접속법단수 κατεπείγω

(나는) 늘어뜨리자

κατεπείγῃς

(너는) 늘어뜨리자

κατεπείγῃ

(그는) 늘어뜨리자

쌍수 κατεπείγητον

(너희 둘은) 늘어뜨리자

κατεπείγητον

(그 둘은) 늘어뜨리자

복수 κατεπείγωμεν

(우리는) 늘어뜨리자

κατεπείγητε

(너희는) 늘어뜨리자

κατεπείγωσιν*

(그들은) 늘어뜨리자

기원법단수 κατεπείγοιμι

(나는) 늘어뜨리기를 (바라다)

κατεπείγοις

(너는) 늘어뜨리기를 (바라다)

κατεπείγοι

(그는) 늘어뜨리기를 (바라다)

쌍수 κατεπείγοιτον

(너희 둘은) 늘어뜨리기를 (바라다)

κατεπειγοίτην

(그 둘은) 늘어뜨리기를 (바라다)

복수 κατεπείγοιμεν

(우리는) 늘어뜨리기를 (바라다)

κατεπείγοιτε

(너희는) 늘어뜨리기를 (바라다)

κατεπείγοιεν

(그들은) 늘어뜨리기를 (바라다)

명령법단수 κατέπειγε

(너는) 늘어뜨려라

κατεπειγέτω

(그는) 늘어뜨려라

쌍수 κατεπείγετον

(너희 둘은) 늘어뜨려라

κατεπειγέτων

(그 둘은) 늘어뜨려라

복수 κατεπείγετε

(너희는) 늘어뜨려라

κατεπειγόντων, κατεπειγέτωσαν

(그들은) 늘어뜨려라

부정사 κατεπείγειν

늘어뜨리는 것

분사 남성여성중성
κατεπειγων

κατεπειγοντος

κατεπειγουσα

κατεπειγουσης

κατεπειγον

κατεπειγοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεπείγομαι

(나는) 늘어뜨려진다

κατεπείγει, κατεπείγῃ

(너는) 늘어뜨려진다

κατεπείγεται

(그는) 늘어뜨려진다

쌍수 κατεπείγεσθον

(너희 둘은) 늘어뜨려진다

κατεπείγεσθον

(그 둘은) 늘어뜨려진다

복수 κατεπειγόμεθα

(우리는) 늘어뜨려진다

κατεπείγεσθε

(너희는) 늘어뜨려진다

κατεπείγονται

(그들은) 늘어뜨려진다

접속법단수 κατεπείγωμαι

(나는) 늘어뜨려지자

κατεπείγῃ

(너는) 늘어뜨려지자

κατεπείγηται

(그는) 늘어뜨려지자

쌍수 κατεπείγησθον

(너희 둘은) 늘어뜨려지자

κατεπείγησθον

(그 둘은) 늘어뜨려지자

복수 κατεπειγώμεθα

(우리는) 늘어뜨려지자

κατεπείγησθε

(너희는) 늘어뜨려지자

κατεπείγωνται

(그들은) 늘어뜨려지자

기원법단수 κατεπειγοίμην

(나는) 늘어뜨려지기를 (바라다)

κατεπείγοιο

(너는) 늘어뜨려지기를 (바라다)

κατεπείγοιτο

(그는) 늘어뜨려지기를 (바라다)

쌍수 κατεπείγοισθον

(너희 둘은) 늘어뜨려지기를 (바라다)

κατεπειγοίσθην

(그 둘은) 늘어뜨려지기를 (바라다)

복수 κατεπειγοίμεθα

(우리는) 늘어뜨려지기를 (바라다)

κατεπείγοισθε

(너희는) 늘어뜨려지기를 (바라다)

κατεπείγοιντο

(그들은) 늘어뜨려지기를 (바라다)

명령법단수 κατεπείγου

(너는) 늘어뜨려져라

κατεπειγέσθω

(그는) 늘어뜨려져라

쌍수 κατεπείγεσθον

(너희 둘은) 늘어뜨려져라

κατεπειγέσθων

(그 둘은) 늘어뜨려져라

복수 κατεπείγεσθε

(너희는) 늘어뜨려져라

κατεπειγέσθων, κατεπειγέσθωσαν

(그들은) 늘어뜨려져라

부정사 κατεπείγεσθαι

늘어뜨려지는 것

분사 남성여성중성
κατεπειγομενος

κατεπειγομενου

κατεπειγομενη

κατεπειγομενης

κατεπειγομενον

κατεπειγομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατῆπειγον

(나는) 늘어뜨리고 있었다

κατῆπειγες

(너는) 늘어뜨리고 있었다

κατῆπειγεν*

(그는) 늘어뜨리고 있었다

쌍수 κατήπειγετον

(너희 둘은) 늘어뜨리고 있었다

κατηπεῖγετην

(그 둘은) 늘어뜨리고 있었다

복수 κατήπειγομεν

(우리는) 늘어뜨리고 있었다

κατήπειγετε

(너희는) 늘어뜨리고 있었다

κατῆπειγον

(그들은) 늘어뜨리고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατηπεῖγομην

(나는) 늘어뜨려지고 있었다

κατήπειγου

(너는) 늘어뜨려지고 있었다

κατήπειγετο

(그는) 늘어뜨려지고 있었다

쌍수 κατήπειγεσθον

(너희 둘은) 늘어뜨려지고 있었다

κατηπεῖγεσθην

(그 둘은) 늘어뜨려지고 있었다

복수 κατηπεῖγομεθα

(우리는) 늘어뜨려지고 있었다

κατήπειγεσθε

(너희는) 늘어뜨려지고 있었다

κατήπειγοντο

(그들은) 늘어뜨려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐὰν δὲ ἀργύριον ἐκδανείσῃσ τῷ ἀδελφῷ τῷ πενιχρῷ παρὰ σοί, οὐκ ἔσῃ αὐτὸν κατεπείγων, οὐκ ἐπιθήσεισ αὐτῷ τόκον. (Septuagint, Liber Exodus 22:25)

    (70인역 성경, 탈출기 22:25)

  • ἀλλ’ ὦ Χαριτιμίδη καὶ Σμίκυθε καὶ Δράκησ ἕπου κατεπείγων, σαυτῷ προσέχων ὅπωσ μηδὲν παραχορδιεῖσ ὧν δεῖ σ’ ἀποδεῖξαι· (Aristophanes, Ecclesiazusae, Exodus, strophe3)

    (아리스토파네스, Ecclesiazusae, Exodus, strophe3)

  • περιιὼν δὲ ὁ Καῖσαρ τὰ τάγματα καὶ κατεπείγων τὸ ἔργον ἐπεδείκνυ τοῖσ λῃσταῖσ, ὡσ ἐν χερσὶν εἰήσαν αὐτοῦ. (Flavius Josephus, De bello Judaico libri vii, 594:1)

    (플라비우스 요세푸스, De bello Judaico libri vii, 594:1)

유의어

  1. 늘어뜨리다

  2. 서두르다

관련어

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION