ἐκλαμβάνω
비축약 동사;
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
ἐκλαμβάνω
ἐκλήψομαι
형태분석:
ἐκ
(접두사)
+
λαμβάν
(어간)
+
ω
(인칭어미)
뜻
- 이해하다, 파악하다, 인식하다
- to receive from, receive in full
- to contract to do
- to take in a certain sense, to understand
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ἐπεὶ καὶ τὸ πῦρ εἰσιν οἱ τοῦ παντὸσ ἀρχὴν ἀποφαινόμενοι, καὶ οἱο͂ν σπέρμα τοῦτ’ ἐξ ἑαυτοῦ τε πάντα ποιεῖν καὶ εἰσ ἑαυτὸ ἐκλαμβάνειν κατὰ τὴν ἐκπύρωσιν. (Plutarch, Aquane an ignis sit utilior, chapter, section 1 4:3)
(플루타르코스, Aquane an ignis sit utilior, chapter, section 1 4:3)
- ἣν ἁμαρτάνουσιν οἱ μὲν ὑπὸ νωθείασ, ἀηδεῖσ καὶ κοπώδεισ ὄντεσ οὐ γὰρ ἐθέλουσι γενόμενοι καθ’ αὑτοὺσ πράγματα ἔχειν, ἀλλὰ παρέχουσι τῷ λέγοντι, πολλάκισ ἐκπυνθανόμενοι περὶ τῶν αὐτῶν, ὥσπερ ἀπτῆνεσ νεοσσοὶ κεχηνότεσ ἀεὶ πρὸσ ἀλλότριον στόμα καὶ πᾶν ἕτοιμον ἢδη καὶ διαπεπονημένον ὑπ’ ἄλλων ἐκλαμβάνειν ἐθέλοντεσ. (Plutarch, De Recta Ratione Audiendi, chapter, section 18 5:1)
(플루타르코스, De Recta Ratione Audiendi, chapter, section 18 5:1)
- ὅλωσ δὲ ὡσ ἐγένετο τὰ πράγματα, οὕτω δεῖ καὶ τὰσ ἀρχὰσ ἐκλαμβάνειν, οἱο͂ν Δαρείου καὶ Παρυσάτιδοσ γίνονται παῖδεσ δύο· (Aristides, Aelius, Ars Rhetorica, , 7:1)
(아리스티데스, 아일리오스, Ars Rhetorica, , 7:1)
- πῶσ οὖν οὐ δεινόν, ἐὰν μέν τισ σὲ ἔπῃ, τοὺσ νόμουσ ἐκλαμβάνειν οὕτωσ ὥσπερ ἐγὼ νῦν, καὶ τιμωρεῖσθαι τοὺσ ἐχθρούσ, ἐὰν δ’ αὐτὸσ εἴπῃσ, οὐκ ἀξιοῦν δοῦναι δίκην; (Lysias, Speeches, 8:4)
(리시아스, Speeches, 8:4)
- πάρεργον γὰρ οὐδὲν δεῖ τῶν ἄλλων ἔργων διακώλυμα γίγνεσθαι τῶν τῷ σώματι προσηκόντων εἰσ ἀπόδοσιν πόνων καὶ τροφῆσ, οὐδ’ αὖ ψυχῇ μαθημάτων τε καὶ ἐθῶν, πᾶσα δὲ νύξ τε καὶ ἡμέρα σχεδὸν οὐκ ἔστιν ἱκανὴ τοῦτ’ αὐτὸ πράττοντι τὸ τέλεόν τε καὶ ἱκανὸν αὐτῶν ἐκλαμβάνειν· (Plato, Laws, book 7 121:1)
(플라톤, Laws, book 7 121:1)
유의어
-
to receive from
-
to contract to do
파생어
- ἀναλαμβάνω (취하다, 잡다, 가득 채우다)
- ἀπολαμβάνω (받아들이다, 받다, 승인하다)
- διαλαμβάνω (잡다, 체포하다, 장악하다)
- ἐπαναλαμβάνω (반복하다, 되풀이하다, 중복되다)
- ἐπιλαμβάνω (받다, 얻다, 잡다)
- καταλαμβάνω (잡다, 쥐다, 가지다)
- λαμβάνω (잡다, 쥐다, 약탈하다)
- μεταλαμβάνω (~에 대한 권리를 주장하다, 장악하다, 가까이하다)
- παραλαμβάνω (떠맡다, 착수하다, 시작하다)
- περιλαμβάνω (안다, 품다, 포옹하다)
- προκαταλαμβάνω (사전에 취하다, 미리 장악하다, 선점하다)
- προλαμβάνω (제공하다, 공급하다, 갖추다)
- προσαναλαμβάνω (회복하다, 돌이키다)
- προσλαμβάνω (쥐다, 잡다, 물다)
- προυπολαμβάνω (to assume beforehand)
- συγκαταλαμβάνω (잡다, 장악하다, 포획하다)
- συλλαμβάνω (모으다, 거두다, 수집하다)
- συμπαραλαμβάνω (to take along with, take in as an adjunct)
- συμπεριλαμβάνω (이해하다, ~와 비교하다, 파악하다)
- συναπολαμβάνω (to receive in common or at once)
- ὑπολαμβάνω (취하다, 잡다, 지지하다)