Ancient Greek-English Dictionary Language

δικαστικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: δικαστικός δικαστική δικαστικόν

Structure: δικαστικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from dikasth/s

Sense

  1. of or for law or trials, practised in them
  2. the juror's fee, one, three

Examples

  • καὶ ταχὺ θεωρικοῖσ καὶ δικαστικοῖσ λήμμασιν ἄλλαισ τε μισθοφοραῖσ καὶ χορηγίαισ συνδεκάσασ τὸ πλῆθοσ, ἐχρῆτο κατὰ τῆσ ἐξ Ἀρείου πάγου βουλῆσ, ἧσ αὐτὸσ οὐ μετεῖχε διὰ τὸ μήτ’ ἄρχων μήτε θεσμοθέτησ μήτε βασιλεὺσ μήτε πολέμαρχοσ λαχεῖν. (Plutarch, , chapter 9 3:1)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION