Ancient Greek-English Dictionary Language

δικαστικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: δικαστικός δικαστική δικαστικόν

Structure: δικαστικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from dikasth/s

Sense

  1. of or for law or trials, practised in them
  2. the juror's fee, one, three

Examples

  • ἐκείνων δὲ ἣ μὲν οἰκονομία ἣ δὲ νομοθεσία ἣ δὲ πολιτική, καὶ ταύτησ ἣ μὲν βουλευτικὴ ἣ δὲ δικαστική. (Aristotle, Nicomachean Ethics, Book 6 58:2)
  • οὐχ ἡ δικαστική; (Plato, Alcibiades 1, Alcibiades 2, Hipparchus, Lovers, Theages, Charmides, Laches, Lysis, 120:2)
  • τούτων δ’ ἐστί που στρατηγία καὶ δικαστικὴ καὶ ὅση βασιλικῇ κοινωνοῦσα ῥητορεία πείθουσα τὸ δίκαιον συνδιακυβερνᾷ τὰσ ἐν ταῖσ πόλεσι πράξεισ· (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 281:2)
  • τίνοσ οὖν δεῖ τῇ δικαστικῇ πρὸσ ταῦτα; (Aristides, Aelius, Orationes, 50:13)
  • φαίνεται τοίνυν κἀνταῦθα ἡ ῥητορικὴ βουλομένη μὲν ταὐτὰ τῇ δικαστικῇ, τοσοῦτον δὲ νικῶσα ὅσον ἀμφοτέρασ συνέχει μόνη βεβαίωσ. (Aristides, Aelius, Orationes, 50:16)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION