- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

Στύγιος?

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration: Stygios

Principal Part: Στύγιος Στύγια Στύγιον

Structure: Στυγι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: Στύξ

Sense

  1. Stygian
  2. hateful, abominable

Examples

  • ἐπεὶ δ ἔπαυς εἰλαπίνας θεοῖς βροτείῳ τε γένει, Ζεὺς μειλίσσων στυγίους Ματρὸς ὀργὰς ἐνέπει: (Euripides, Helen, choral, strophe 21)
  • οὐκ ὄζει τόκου βαρὺ καὶ δυσχερὲς ὥσπερ ἰοῦ καθ ἡμέραν ἐπιρρυπαίνοντος τὴν πολυτέλειαν, οὐδ ἀναμνήσει τῶν καλανδῶν καὶ τῆς νουμηνίας, ἣν ἱερωτάτην ἡμερῶν οὖσαν ἀποφράδα ποιοῦσιν οἱ δανεισταὶ καὶ στύγιον. (Plutarch, De vitando aere alieno, chapter, section 2 2:3)
  • στυγίων πέλοι τόδ ἆθλον. (Aeschylus, Suppliant Women, choral, antistrophe 13)
  • εἰ θέμις ἐστί μοι τὰν ἀφανῆ θεὸν καὶ σὲ λιταῖς σεβίζειν, ἐννυχίων ἄναξ, Αἰδωνεῦ Αἰδωνεῦ, λίσσωμαι ἄπονα μήτ ἐπὶ βαρυαχεῖ ξένον ἐξανύσαι μόρῳ τὰν παγκευθῆ κάτω νεκρῶν πλάκα καὶ Στύγιον δόμον. (Sophocles, Oedipus at Colonus, choral, strophe 11)
  • τούτου δὲ αὖ καταντικρὺ ὁ τέταρτος ἐκπίπτει εἰς τόπον πρῶτον δεινόν τε καὶ ἄγριον, ὡς λέγεται, χρῶμα δ ἔχοντα ὅλον οἱο῀ν ὁ κυανός, ὃν δὴ ἐπονομάζουσι Στύγιον, καὶ τὴν λίμνην ἣν ποιεῖ ὁ ποταμὸς ἐμβάλλων, Στύγα: (Plato, Euthyphro, Apology, Crito, Phaedo, 907:3)

Synonyms

  1. hateful

Related

명사

형용사

동사

부사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION