Ancient Greek-English Dictionary Language

θέρω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: θέρω

Structure: θέρ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to heat, make hot
  2. to become hot or warm, warm oneself, at, warm yourself
  3. be burnt

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular θέρω θέρεις θέρει
Dual θέρετον θέρετον
Plural θέρομεν θέρετε θέρουσιν*
SubjunctiveSingular θέρω θέρῃς θέρῃ
Dual θέρητον θέρητον
Plural θέρωμεν θέρητε θέρωσιν*
OptativeSingular θέροιμι θέροις θέροι
Dual θέροιτον θεροίτην
Plural θέροιμεν θέροιτε θέροιεν
ImperativeSingular θέρε θερέτω
Dual θέρετον θερέτων
Plural θέρετε θερόντων, θερέτωσαν
Infinitive θέρειν
Participle MasculineFeminineNeuter
θερων θεροντος θερουσα θερουσης θερον θεροντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular θέρομαι θέρει, θέρῃ θέρεται
Dual θέρεσθον θέρεσθον
Plural θερόμεθα θέρεσθε θέρονται
SubjunctiveSingular θέρωμαι θέρῃ θέρηται
Dual θέρησθον θέρησθον
Plural θερώμεθα θέρησθε θέρωνται
OptativeSingular θεροίμην θέροιο θέροιτο
Dual θέροισθον θεροίσθην
Plural θεροίμεθα θέροισθε θέροιντο
ImperativeSingular θέρου θερέσθω
Dual θέρεσθον θερέσθων
Plural θέρεσθε θερέσθων, θερέσθωσαν
Infinitive θέρεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
θερομενος θερομενου θερομενη θερομενης θερομενον θερομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to heat

  2. be burnt

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION