Ancient Greek-English Dictionary Language

διοράω

α-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: διοράω διόψομαι

Structure: δι (Prefix) + ὁρά (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to see through, see clearly

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διόρω διόρᾳς διόρᾳ
Dual διόρᾱτον διόρᾱτον
Plural διόρωμεν διόρᾱτε διόρωσιν*
SubjunctiveSingular διόρω διόρῃς διόρῃ
Dual διόρητον διόρητον
Plural διόρωμεν διόρητε διόρωσιν*
OptativeSingular διόρῳμι διόρῳς διόρῳ
Dual διόρῳτον διορῷτην
Plural διόρῳμεν διόρῳτε διόρῳεν
ImperativeSingular διο͂ρᾱ διορᾶτω
Dual διόρᾱτον διορᾶτων
Plural διόρᾱτε διορῶντων, διορᾶτωσαν
Infinitive διόρᾱν
Participle MasculineFeminineNeuter
διορων διορωντος διορωσα διορωσης διορων διορωντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διόρωμαι διόρᾳ διόρᾱται
Dual διόρᾱσθον διόρᾱσθον
Plural διορῶμεθα διόρᾱσθε διόρωνται
SubjunctiveSingular διόρωμαι διόρῃ διόρηται
Dual διόρησθον διόρησθον
Plural διορώμεθα διόρησθε διόρωνται
OptativeSingular διορῷμην διόρῳο διόρῳτο
Dual διόρῳσθον διορῷσθην
Plural διορῷμεθα διόρῳσθε διόρῳντο
ImperativeSingular διόρω διορᾶσθω
Dual διόρᾱσθον διορᾶσθων
Plural διόρᾱσθε διορᾶσθων, διορᾶσθωσαν
Infinitive διόρᾱσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διορωμενος διορωμενου διορωμενη διορωμενης διορωμενον διορωμενου

Imperfect tense

Aorist tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to see through

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION