- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ὑψόσε?

부사; 로마알파벳 전사: hypsose 고전 발음: [휩소세] 신약 발음: [윕소새]

기본형: ὑψόσε

어원: adverb of motion

  1. aloft, on high, up high, high

예문

  • γυμνὸν γάρ μιν ἔτευξεν ὁ δ ὑψόσε φαίνετο λεύσσων, οἱά῀ περ ἠνεμόεσσαν ἐς Ἴλιον ὄμμα τιταίνων. (Unknown, Greek Anthology, book 2, chapter 1 11:2)

    (작자 미상, Greek Anthology, book 2, chapter 1 11:2)

  • ἦ τοι ὅτ ἐξεμέσειε, λέβης ὣς ἐν πυρὶ πολλῷ πᾶς ἀναμορμύρεσκε κυκωμένη, ὑψόσε δ ἄχνη ἄκροισι σκοπέλοισιν ἐπ ἀμφοτέροισιν ἔπιπτεν: (Homer, Odyssey, Book 12 26:3)

    (호메로스, 오디세이아, Book 12 26:3)

  • πολλὸν δὲ τρόφι κῦμα κυλίνδεται, ὑψόσε δ ἄχνη σκίδναται ἐξ ἀνέμοιο πολυπλάγκτοιο ἰωῆς: (Homer, Iliad, Book 11 28:4)

    (호메로스, 일리아스, Book 11 28:4)

  • ἅμα δ ἠελίῳ καταδύντι πυρσοί τε φλεγέθουσιν ἐπήτριμοι, ὑψόσε δ αὐγὴ γίγνεται ἀΐσσουσα περικτιόνεσσιν ἰδέσθαι, αἴ κέν πως σὺν νηυσὶν ἄρεω ἀλκτῆρες ἵκωνται: (Homer, Iliad, Book 18 22:4)

    (호메로스, 일리아스, Book 18 22:4)

  • ὃ δ ὑψόσε ποσσὶν ἐπήδα θυμῷ ἀνιάζων: (Homer, Iliad, Book 21 20:19)

    (호메로스, 일리아스, Book 21 20:19)

유의어

  1. aloft

관련어

명사

형용사

동사

부사

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION