τρώγω
Non-contract Verb;
Transliteration:
Principal Part:
τρώγω
Structure:
τρώγ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ταῦτα μὲν δὴ ἴσωσ μέτρια καὶ τὰ ὑπ’ Ἀσσυρίων γιγνόμενα καὶ ὑπὸ Φρυγῶν καὶ Λυδῶν, ’ ἢν δ’ εἰσ τὴν Αἴγυπτον ἔλθῃσ, τότε δὴ τότε ὄψει πολλὰ τὰ σεμνὰ καὶ ὡσ ἀληθῶσ ἄξια τοῦ οὐρανοῦ, κριοπρόσωπον μὲν τὸν Δία, κυνοπρόσωπον δὲ τὸν βέλτιστον Ἑρμῆν καὶ τὸν Πᾶνα ὅλον τράγον καὶ ἶβίν τινα καὶ κροκόδειλον ἕτερον καὶ πίθηκον. (Lucian, De sacrificiis, (no name) 14:1)
- εἶθ’ ὁ μὲν αὐτῶν ὑπέδυ τράγον, ὁ δὲ κριὸν ὑπὸ τοῦ δέουσ, ὁ δὲ θηρίον ἢ ὄρνεον διὸ δὴ εἰσέτι καὶ νῦν φυλάττεσθαι τὰσ τότε μορφὰσ τοῖσ θεοῖσ. (Lucian, De sacrificiis, (no name) 14:3)
- οὐ γὰρ πάντεσ Αἰγύπτιοι ἐκ τῶν δυώδεκα μοιρέων πασέων ἐμαντεύοντο, ἄλλοι δὲ ἀλλοίῃσι μοίρῃσιν ἐχρέοντο, καὶ κριὸν μὲν σέβουσιν ὁκόσοι ἐσ κριὸν ἀπέβλεπον, ἰχθύασ δὲ οὐ σιτέονται ὁκόσοι ἰχθύασ ἐπεσημήναντο, οὐδὲ τράγον κτείνουσιν ὅσοι αἰγόκερων ᾔδεσαν, καὶ οἱ ἄλλοι τὰ ἄλλα ὡσ ἕκαστοι ἱλάσκονται. (Lucian, De astrologia, (no name) 7:2)
- "βαθέοσ κρίνεσθαι δέοι τοὺσ φιλοσοφοῦντασ, τὸν τράγον ἂν δικαιότερον προκριθῆναι πάντων. (Lucian, Eunuchus, (no name) 9:4)
- ἰδὼν δέ ποτε δύο τινὰσ φιλοσόφουσ κομιδῇ ἀπαιδεύτωσ ἐν ζητήσει ἐρίζοντασ καὶ τὸν μὲν ἄτοπα ἐρωτῶντα, τὸν δὲ οὐδὲν πρὸσ λόγον ἀποκρινόμενον, Οὐ δοκεῖ ὑμῖν, ἔφη, ὦ φίλοι, ὁ μὲν ἕτεροσ τούτων τράγον ἀμέλγειν, ὁ δὲ αὐτῷ κόσκινον ὑποτιθέναι; (Lucian, (no name) 28:1)
Synonyms
-
I chew
-
I eat
- διαβιβρώσκω (to eat up)
- βιβρώσκω (I eat, eat up)
- παίω (to eat)
- γεύω ( I eat)
- ἐπεσθίω (to eat up)
- ἐξεσθίω (to eat away, eat up)
- νομεύω (to eat down)
- διεσθίω (to eat through)
- ἐπιτρώγω (to eat with or after)
- ἐπεσθίω (to eat after or with)
- προκατεσθίω (to eat up beforehand)
- ἀνδροφαγέω (to eat men)
- φέρβω (to eat, feed on)
- σιτέομαι (to feed on, eat)
- κατασιτέομαι (to eat up, feed on)
- θοινάω (to feast on, eat)
- τραγοφαγέω (to eat he-goats)
- καταβιβρώσκω (to eat up, devour)
- κατεσθίω (to eat up or devour)
- κατεσθίω (to eat up, devour, to eat up)
- κατέδω (to eat up, devour, to eat up)
- ἐκτρώγω (to eat up, devour)
- ἀρτοφαγέω (to eat bread)
- κατοψοφαγέω (to spend in eating)
- ἔσθω (to eat, to eat up, consume)
- συκοτραγέω (to eat figs)
- παροψάομαι (to eat dainties)
- ἀπεσθίω (to eat, gnaw off)
- γράω (to gnaw, eat)
- ποηφαγέω (to eat grass)