헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σχοινίον

2군 변화 명사; 중성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σχοινίον σχοινίου

형태분석: σχοινι (어간) + ον (어미)

어원: sxoi=nos의 지소사 III

  1. 줄, 노끈
  1. a cord

곡용 정보

2군 변화
단수 쌍수 복수
주격 σχοινίον

줄이

σχοινίω

줄들이

σχοινία

줄들이

속격 σχοινίου

줄의

σχοινίοιν

줄들의

σχοινίων

줄들의

여격 σχοινίῳ

줄에게

σχοινίοιν

줄들에게

σχοινίοις

줄들에게

대격 σχοινίον

줄을

σχοινίω

줄들을

σχοινία

줄들을

호격 σχοινίον

줄아

σχοινίω

줄들아

σχοινία

줄들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ ἐπάταξε Δαυὶδ τὴν Μωὰβ καὶ διεμέτρησεν αὐτοὺσ ἐν σχοινίοισ κοιμίσασ αὐτοὺσ ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἐγένετο τὰ δύο σχοινίσματα τοῦ θανατῶσαι, καὶ τὰ δύο σχοινίσματα ἐζώγρησε, καὶ ἐγένετο Μωὰβ τῷ Δαυὶδ εἰσ δούλουσ φέροντασ ξένια. (Septuagint, Liber II Samuelis 8:2)

    (70인역 성경, 사무엘기 하권 8:2)

  • κεκοσμημένῃ βυσσίνοισ καὶ καρπασίνοισ τεταμένοισ ἐπὶ σχοινίοισ βυσσίνοισ καὶ πορφυροῖσ, ἐπὶ κύβοισ χρυσοῖσ καὶ ἀργυροῖσ, ἐπὶ στύλοισ παρίνοισ καὶ λιθίνοισ. κλῖναι χρυσαῖ καὶ ἀργυραῖ ἐπὶ λιθοστρώτου σμαραγδίτου λίθου καὶ πιννίνου καὶ παρίνου λίθου καὶ στρώμναι διαφανεῖσ ποικίλωσ διηνθισμέναι, κύκλῳ ρόδα πεπασμένα. (Septuagint, Liber Esther 1:23)

    (70인역 성경, 에스테르기 1:23)

  • καὶ οἱ πεπεδημένοι ἐν χειροπέδαισ συσχεθήσονται ἐν σχοινίοισ πενίασ, (Septuagint, Liber Iob 36:8)

    (70인역 성경, 욥기 36:8)

  • καὶ τὰ ἱμάτια αὐτῶν δεσμεύοντεσ σχοινίοισ παραπετάσματα ἐποίουν ἐχόμενα τοῦ θυσιαστηρίου καὶ οἶνον ἐκ συκοφαντιῶν ἔπινον ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ αὐτῶν. (Septuagint, Prophetia Amos 2:8)

    (70인역 성경, 아모스서 2:8)

  • καὶ εἵλκυσαν αὐτὸν τοῖσ σχοινίοισ καὶ ἀνήγαγον αὐτὸν ἐκ τοῦ λάκκου. καὶ ἐκάθισεν Ἱερεμίασ ἐν τῇ αὐλῇ τῆσ φυλακῆσ. ‐ (Septuagint, Liber Ieremiae 45:13)

    (70인역 성경, 예레미야서 45:13)

유의어

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION