συνείρω
비축약 동사;
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
συνείρω
형태분석:
συν
(접두사)
+
εί̓ρ
(어간)
+
ω
(인칭어미)
어원: only in pres. and imperf.
뜻
- 꿰다, 이끌다, 같이 돌다, 같이 나르다, 접어 포개다
- to string together
- to string, together, to speak on and on, go on without pausing
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ἃ δ’ οἱ γέροντεσ ποιοῦσιν , ὅταν μεθυσθῶσιν τοῦ ὕδατοσ, οὐκ ἀλλότριον εἰπεῖν ἐπειδὰν πίῃ ὁ γέρων καὶ κατάσχῃ αὐτὸν ὁ Σιληνόσ, αὐτίκα ἐπὶ πολὺ ἄφωνόσ ἐστι καὶ καρηβαροῦντι καὶ βεβαπτισμένῳ ἐοίκεν, εἶτα ἄφνω φωνή τε λαμπρὰ καὶ φθέγμα τορὸν καὶ πνεῦμα λιγυρὸν ἐγγίγνεται αὐτῷ καὶ λαλίστατοσ ἐξ ἀφωνοτάτου ἐστίν, οὐδ’ ἂν ’ἐπιστομίσασ παύσειασ αὐτὸν μὴ οὐχὶ συνεχῆ λαλεῖν καὶ ῥήσεισ μακρὰσ συνείρειν. (Lucian, (no name) 7:2)
(루키아노스, (no name) 7:2)
- ὅπου δ’ ἂν ᾖ αὐταῖσ ἀμαυρὸν τὸ ἴχνοσ, σημεῖον θέσθαι στοῖχον ἑαυτῷ, καὶ ἀπὸ τούτου συνείρειν μέχρι ἂν σαφῶσ γνωρίσωσιν ἐγκελεύοντα καὶ θωπεύοντα. (Xenophon, Minor Works, , chapter 6 24:2)
(크세노폰, Minor Works, , chapter 6 24:2)
- καὶ οἱ μὲν πάντα ἀκριβῶσ, τοὺσ δὲ λυπεῖ τὸ ἀκριβὲσ ἢ διὰ τὸ μὴ δύνασθαι συνείρειν ἢ διὰ τὴν μικρολογίαν· (Aristotle, Metaphysics, Book 2 35:2)
(아리스토텔레스, 형이상학, Book 2 35:2)
- ἔστι δ’ οὐ χαλεπὸν ὁποιασοῦν ὑποθέσεισ λαμβάνοντασ μακροποιεῖν καὶ συνείρειν. (Aristotle, Metaphysics, Book 14 77:3)
(아리스토텔레스, 형이상학, Book 14 77:3)
- ἄλλωσ δὲ συνείρειν μὴ φαῦλον ᾖ καὶ οὐ καθ’ ὁδόν, ὦ φίλε Ἑρμόγενεσ. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 253:1)
(플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 253:1)