헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συνδέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συνδέω συνδήσω

형태분석: συν (접두사) + δέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 연합하다, 참여하다, 연합시키다
  1. to bind or tie together, to fasten up, drawn up
  2. to bind hand and foot
  3. to bind up
  4. to bind together, unite
  5. gird up thy

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδῶ

συνδεῖς

συνδεῖ

쌍수 συνδεῖτον

συνδεῖτον

복수 συνδοῦμεν

συνδεῖτε

συνδοῦσιν*

접속법단수 συνδῶ

συνδῇς

συνδῇ

쌍수 συνδῆτον

συνδῆτον

복수 συνδῶμεν

συνδῆτε

συνδῶσιν*

기원법단수 συνδοῖμι

συνδοῖς

συνδοῖ

쌍수 συνδοῖτον

συνδοίτην

복수 συνδοῖμεν

συνδοῖτε

συνδοῖεν

명령법단수 συνδεῖ

συνδείτω

쌍수 συνδεῖτον

συνδείτων

복수 συνδεῖτε

συνδούντων, συνδείτωσαν

부정사 συνδεῖν

분사 남성여성중성
συνδων

συνδουντος

συνδουσα

συνδουσης

συνδουν

συνδουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδοῦμαι

συνδεῖ, συνδῇ

συνδεῖται

쌍수 συνδεῖσθον

συνδεῖσθον

복수 συνδούμεθα

συνδεῖσθε

συνδοῦνται

접속법단수 συνδῶμαι

συνδῇ

συνδῆται

쌍수 συνδῆσθον

συνδῆσθον

복수 συνδώμεθα

συνδῆσθε

συνδῶνται

기원법단수 συνδοίμην

συνδοῖο

συνδοῖτο

쌍수 συνδοῖσθον

συνδοίσθην

복수 συνδοίμεθα

συνδοῖσθε

συνδοῖντο

명령법단수 συνδοῦ

συνδείσθω

쌍수 συνδεῖσθον

συνδείσθων

복수 συνδεῖσθε

συνδείσθων, συνδείσθωσαν

부정사 συνδεῖσθαι

분사 남성여성중성
συνδουμενος

συνδουμενου

συνδουμενη

συνδουμενης

συνδουμενον

συνδουμενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • "τί δ’ οὐχὶ καὶ συνδεῖσ, ὦ γενναῖε, τόν πατέρα καὶ τὰσ χεῖρασ ἀποστρέφεισ, μέχρι ἂν ἐλθὼν Καῖσαρ εὑρ́ῃ με μηδὲ ἀμύνασθαι δυνάμενον; (Plutarch, Cato the Younger, chapter 68 4:2)

    (플루타르코스, Cato the Younger, chapter 68 4:2)

유의어

  1. to bind or tie together

  2. to bind up

  3. 연합하다

  4. gird up thy

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION