Ancient Greek-English Dictionary Language

στεγανός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: στεγανός στεγανή στεγανόν

Structure: στεγαν (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ste/gw

Sense

  1. covering so as to keep out water, water-tight, waterproof
  2. covering, enclosing, confining
  3. closely covered, covered, roofed
  4. leakiness
  5. confinedly, through a tube

Examples

  • βούλεται γὰρ εἰσ ἀτμοὺσ ἀναλυόμενον τὸ πινόμενον ὑγρὸν εἰσ τὴν κύστιν διαδίδοσθαι κἄπειτ’ ἐξ ἐκείνων αὖθισ ἀλλήλοισ συνιόντων οὕτωσ ἀπολαμβάνειν αὐτὸ τὴν ἀρχαίαν ἰδέαν καὶ γίγνεσθαι πάλιν ὑγρὸν ἐξ ἀτμῶν ἀτεχνῶσ ὡσ περὶ σπογγιᾶσ τινοσ ἢ ἐρίου τῆσ κύστεωσ διανοούμενοσ, ἀλλ’ οὐ σώματοσ ἀκριβῶσ πυκνοῦ καὶ στεγανοῦ δύο χιτῶνασ ἰσχυροτάτουσ κεκτημένου, δι’ ὧν εἴπερ διέρχεσθαι φήσομεν τοὺσ ἀτμούσ, τί δήποτ’ οὐχὶ διὰ τοῦ περιτοναίου καὶ τῶν φρενῶν διελθόντεσ ἐνέπλησαν ὕδατοσ τό τ’ ἐπιγάστριον ἅπαν καὶ τὸν θώρακα; (Galen, On the Natural Faculties., , section 136)

Synonyms

  1. closely covered

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION