Ancient Greek-English Dictionary Language

κατάστεγος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κατάστεγος κατάστεγον

Structure: καταστεγ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ste/gh

Sense

  1. covered in, roofed

Examples

  • "ἧσ ἐν τῷ καταντικρὺ τῆσ πρῴρασ μέρει προπύλαιον κατεσκεύαστο δι’ ἐλέφαντοσ καὶ τῆσ πολυτελεστάτησ ὕλησ γεγονόσ, τοῦτο δὲ διελθοῦσιν ὡσανεὶ προσκήνιον ἐπεποίητο τῇ διαθέσει κατάστεγον ὄν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 5, book 5, chapter 3723)
  • ἦσαν δέ τινεσ αὐτοῖσ καὶ τῶν εἰσ τοὺσ ἀγροὺσ φερουσῶν ὁδῶν κατάστεγοι. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 17 1:3)
  • εἰσελθόντε δὲ περιπατείτην ἐν τῷ καταστέγῳ δρόμῳ. (Plato, Euthydemus, Protagoras, Gorgias, Meno, 13:1)
  • τήν τε συναγωγὴν τῶν σιτικῶν καρπῶν ποιοῦνται τοὺσ στάχυσ αὐτοὺσ ἀποτέμνοντεσ καὶ θησαυρίζοντεσ εἰσ τὰσ καταστέγουσ οἰκήσεισ· (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 5, chapter 21 5:3)
  • τοῦ γὰρ δυώδεκα μὲν εἰσὶ αὐλαὶ κατάστεγοι, ἀντίπυλοι ἀλλήλῃσι, ἓξ μὲν πρὸσ βορέω ἓξ δὲ πρὸσ νότον τετραμμέναι, συνεχέεσ· (Herodotus, The Histories, book 2, chapter 148 5:1)

Synonyms

  1. covered in

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION