περιοικέω
ε 축약 동사;
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
περιοικέω
περιοικήσω
형태분석:
περι
(접두사)
+
οἰκέ
(어간)
+
ω
(인칭어미)
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- οἱ Πυθαγόρειοι γεώδη φαίνεσθαι τὴν σελήνην, διὰ τὸ περιοικεῖσθαι αὐτὴν καθάπερ τὴν παρ’ ἡμῖν γῆν μείζοσι ζῴοισ καὶ φυτοῖσ καλλίοσιν· (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 2, chapter 30, 1:1)
(위 플루타르코스, Placita Philosophorum, book 2, chapter 30, 1:1)
- ὅσ γε μέχρι Γαδείρων ὑπὸ Γαλατῶν περιοικεῖσθαι φήσασ [τὰ] ἔξωθεν αὐτῆσ, εἴ γε τὰ πρὸσ δύσιν τῆσ Εὐρώπησ μέχρι Γαδείρων ἔχουσιν ἐκεῖνοι, τούτων ἐκλαθόμενοσ κατὰ τὴν τῆσ Ἰβηρίασ περίοδον τῶν Γαλατῶν οὐδαμοῦ μέμνηται. (Strabo, Geography, book 2, chapter 4 8:9)
(스트라본, 지리학, book 2, chapter 4 8:9)
- ὅσ γε μέχρι Γαδείρων ὑπὸ Γαλατῶν περιοικεῖσθαι φήσασ τὰ ἔξωθεν αὐτῆσ, εἴ γε τὰ πρὸσ δύσιν τῆσ Εὐρώπησ μέχρι Γαδείρων ἔχουσιν ἐκεῖνοι, τούτων ἐκλαθόμενοσ κατὰ τὴν τῆσ Ἰβηρίασ περίοδον τῶν Γαλατῶν οὐδαμοῦ μέμνηται. (Polybius, Histories, book 34, chapter 7 7:1)
(폴리비오스, Histories, book 34, chapter 7 7:1)
파생어
- ἀποικέω (이주하다, 이민하다, 쫓아내다)
- διοικέω (관리하다, 지배하다, 통치하다)
- εἰσοικέω (개척하다, 정착하다)
- ἐνοικέω (살다, 거주하다, 둔치다)
- ἐξοικέω (이주하다, 이민하다)
- ἐποικέω (개척하다, 정착하다)
- κατοικέω (개척하다, 정착하다, 살다)
- μετοικέω (개척하다, 정착하다)
- οἰκέω (살다, 거주하다, 개척하다)
- παροικέω (인접하다, 이웃하다, 접하다)
- προδιοικέω (명령하다, 지배하다, 통치하다)
- προεποικέω (to colonise before)
- προσοικέω (to dwell by or near, neighbouring tribes, to dwell in or near)
- προσσυνοικέω (~에 접촉해 있다, 뛰어오르다, 뿌리다)
- συνοικέω (to dwell together, to live with, to live together)
- ὑπεροικέω (to dwell above or beyond)
- ὑποικέω (불명확하다)