헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παρεκτρέχω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παρεκτρέχω παρεκδραμοῦμαι

형태분석: παρ (접두사) + ἐκ (접두사) + τρέχ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to run out past

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρεκτρέχω

παρεκτρέχεις

παρεκτρέχει

쌍수 παρεκτρέχετον

παρεκτρέχετον

복수 παρεκτρέχομεν

παρεκτρέχετε

παρεκτρέχουσιν*

접속법단수 παρεκτρέχω

παρεκτρέχῃς

παρεκτρέχῃ

쌍수 παρεκτρέχητον

παρεκτρέχητον

복수 παρεκτρέχωμεν

παρεκτρέχητε

παρεκτρέχωσιν*

기원법단수 παρεκτρέχοιμι

παρεκτρέχοις

παρεκτρέχοι

쌍수 παρεκτρέχοιτον

παρεκτρεχοίτην

복수 παρεκτρέχοιμεν

παρεκτρέχοιτε

παρεκτρέχοιεν

명령법단수 παρεκτρέχε

παρεκτρεχέτω

쌍수 παρεκτρέχετον

παρεκτρεχέτων

복수 παρεκτρέχετε

παρεκτρεχόντων, παρεκτρεχέτωσαν

부정사 παρεκτρέχειν

분사 남성여성중성
παρεκτρεχων

παρεκτρεχοντος

παρεκτρεχουσα

παρεκτρεχουσης

παρεκτρεχον

παρεκτρεχοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρεκτρέχομαι

παρεκτρέχει, παρεκτρέχῃ

παρεκτρέχεται

쌍수 παρεκτρέχεσθον

παρεκτρέχεσθον

복수 παρεκτρεχόμεθα

παρεκτρέχεσθε

παρεκτρέχονται

접속법단수 παρεκτρέχωμαι

παρεκτρέχῃ

παρεκτρέχηται

쌍수 παρεκτρέχησθον

παρεκτρέχησθον

복수 παρεκτρεχώμεθα

παρεκτρέχησθε

παρεκτρέχωνται

기원법단수 παρεκτρεχοίμην

παρεκτρέχοιο

παρεκτρέχοιτο

쌍수 παρεκτρέχοισθον

παρεκτρεχοίσθην

복수 παρεκτρεχοίμεθα

παρεκτρέχοισθε

παρεκτρέχοιντο

명령법단수 παρεκτρέχου

παρεκτρεχέσθω

쌍수 παρεκτρέχεσθον

παρεκτρεχέσθων

복수 παρεκτρέχεσθε

παρεκτρεχέσθων, παρεκτρεχέσθωσαν

부정사 παρεκτρέχεσθαι

분사 남성여성중성
παρεκτρεχομενος

παρεκτρεχομενου

παρεκτρεχομενη

παρεκτρεχομενης

παρεκτρεχομενον

παρεκτρεχομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to run out past

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION