헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παρακλίνω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παρακλίνω παρακλινῶ παρεκλίθην

형태분석: παρα (접두사) + κλίν (어간) + ω (인칭어미)

  1. 지다, 심다, 기울다, 자리잡다
  1. to bend or turn aside, to set, ajar
  2. they turn, from her path
  3. to lay beside, to lie down beside
  4. to turn aside, having swerved from the course

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρακλίνω

(나는) 진다

παρακλίνεις

(너는) 진다

παρακλίνει

(그는) 진다

쌍수 παρακλίνετον

(너희 둘은) 진다

παρακλίνετον

(그 둘은) 진다

복수 παρακλίνομεν

(우리는) 진다

παρακλίνετε

(너희는) 진다

παρακλίνουσιν*

(그들은) 진다

접속법단수 παρακλίνω

(나는) 지자

παρακλίνῃς

(너는) 지자

παρακλίνῃ

(그는) 지자

쌍수 παρακλίνητον

(너희 둘은) 지자

παρακλίνητον

(그 둘은) 지자

복수 παρακλίνωμεν

(우리는) 지자

παρακλίνητε

(너희는) 지자

παρακλίνωσιν*

(그들은) 지자

기원법단수 παρακλίνοιμι

(나는) 지기를 (바라다)

παρακλίνοις

(너는) 지기를 (바라다)

παρακλίνοι

(그는) 지기를 (바라다)

쌍수 παρακλίνοιτον

(너희 둘은) 지기를 (바라다)

παρακλινοίτην

(그 둘은) 지기를 (바라다)

복수 παρακλίνοιμεν

(우리는) 지기를 (바라다)

παρακλίνοιτε

(너희는) 지기를 (바라다)

παρακλίνοιεν

(그들은) 지기를 (바라다)

명령법단수 παρακλίνε

(너는) 져라

παρακλινέτω

(그는) 져라

쌍수 παρακλίνετον

(너희 둘은) 져라

παρακλινέτων

(그 둘은) 져라

복수 παρακλίνετε

(너희는) 져라

παρακλινόντων, παρακλινέτωσαν

(그들은) 져라

부정사 παρακλίνειν

지는 것

분사 남성여성중성
παρακλινων

παρακλινοντος

παρακλινουσα

παρακλινουσης

παρακλινον

παρακλινοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρακλίνομαι

παρακλίνει, παρακλίνῃ

παρακλίνεται

쌍수 παρακλίνεσθον

παρακλίνεσθον

복수 παρακλινόμεθα

παρακλίνεσθε

παρακλίνονται

접속법단수 παρακλίνωμαι

παρακλίνῃ

παρακλίνηται

쌍수 παρακλίνησθον

παρακλίνησθον

복수 παρακλινώμεθα

παρακλίνησθε

παρακλίνωνται

기원법단수 παρακλινοίμην

παρακλίνοιο

παρακλίνοιτο

쌍수 παρακλίνοισθον

παρακλινοίσθην

복수 παρακλινοίμεθα

παρακλίνοισθε

παρακλίνοιντο

명령법단수 παρακλίνου

παρακλινέσθω

쌍수 παρακλίνεσθον

παρακλινέσθων

복수 παρακλίνεσθε

παρακλινέσθων, παρακλινέσθωσαν

부정사 παρακλίνεσθαι

분사 남성여성중성
παρακλινομενος

παρακλινομενου

παρακλινομενη

παρακλινομενης

παρακλινομενον

παρακλινομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρέκλινον

(나는) 지고 있었다

παρέκλινες

(너는) 지고 있었다

παρέκλινεν*

(그는) 지고 있었다

쌍수 παρεκλίνετον

(너희 둘은) 지고 있었다

παρεκλινέτην

(그 둘은) 지고 있었다

복수 παρεκλίνομεν

(우리는) 지고 있었다

παρεκλίνετε

(너희는) 지고 있었다

παρέκλινον

(그들은) 지고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρεκλινόμην

παρεκλίνου

παρεκλίνετο

쌍수 παρεκλίνεσθον

παρεκλινέσθην

복수 παρεκλινόμεθα

παρεκλίνεσθε

παρεκλίνοντο

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐσ δὲ κελεύθουσ τηλόσε παπταίνεσκε, παρακλίνουσα παρειάσ. (Apollodorus, Argonautica, book 3 16:5)

    (아폴로도로스, 아르고나우티카, book 3 16:5)

유의어

  1. they turn

  2. to lay beside

  3. to turn aside

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION