헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συγκλίνω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συγκλίνω συγκλινῶ

형태분석: συγ (접두사) + κλίν (어간) + ω (인칭어미)

  1. 함께 눕다, 동침하다
  1. to lay together, to lie with

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγκλίνω

(나는) 함께 눕는다

συγκλίνεις

(너는) 함께 눕는다

συγκλίνει

(그는) 함께 눕는다

쌍수 συγκλίνετον

(너희 둘은) 함께 눕는다

συγκλίνετον

(그 둘은) 함께 눕는다

복수 συγκλίνομεν

(우리는) 함께 눕는다

συγκλίνετε

(너희는) 함께 눕는다

συγκλίνουσιν*

(그들은) 함께 눕는다

접속법단수 συγκλίνω

(나는) 함께 눕자

συγκλίνῃς

(너는) 함께 눕자

συγκλίνῃ

(그는) 함께 눕자

쌍수 συγκλίνητον

(너희 둘은) 함께 눕자

συγκλίνητον

(그 둘은) 함께 눕자

복수 συγκλίνωμεν

(우리는) 함께 눕자

συγκλίνητε

(너희는) 함께 눕자

συγκλίνωσιν*

(그들은) 함께 눕자

기원법단수 συγκλίνοιμι

(나는) 함께 눕기를 (바라다)

συγκλίνοις

(너는) 함께 눕기를 (바라다)

συγκλίνοι

(그는) 함께 눕기를 (바라다)

쌍수 συγκλίνοιτον

(너희 둘은) 함께 눕기를 (바라다)

συγκλινοίτην

(그 둘은) 함께 눕기를 (바라다)

복수 συγκλίνοιμεν

(우리는) 함께 눕기를 (바라다)

συγκλίνοιτε

(너희는) 함께 눕기를 (바라다)

συγκλίνοιεν

(그들은) 함께 눕기를 (바라다)

명령법단수 συγκλίνε

(너는) 함께 누워라

συγκλινέτω

(그는) 함께 누워라

쌍수 συγκλίνετον

(너희 둘은) 함께 누워라

συγκλινέτων

(그 둘은) 함께 누워라

복수 συγκλίνετε

(너희는) 함께 누워라

συγκλινόντων, συγκλινέτωσαν

(그들은) 함께 누워라

부정사 συγκλίνειν

함께 눕는 것

분사 남성여성중성
συγκλινων

συγκλινοντος

συγκλινουσα

συγκλινουσης

συγκλινον

συγκλινοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγκλίνομαι

(나는) 함께 누워진다

συγκλίνει, συγκλίνῃ

(너는) 함께 누워진다

συγκλίνεται

(그는) 함께 누워진다

쌍수 συγκλίνεσθον

(너희 둘은) 함께 누워진다

συγκλίνεσθον

(그 둘은) 함께 누워진다

복수 συγκλινόμεθα

(우리는) 함께 누워진다

συγκλίνεσθε

(너희는) 함께 누워진다

συγκλίνονται

(그들은) 함께 누워진다

접속법단수 συγκλίνωμαι

(나는) 함께 누워지자

συγκλίνῃ

(너는) 함께 누워지자

συγκλίνηται

(그는) 함께 누워지자

쌍수 συγκλίνησθον

(너희 둘은) 함께 누워지자

συγκλίνησθον

(그 둘은) 함께 누워지자

복수 συγκλινώμεθα

(우리는) 함께 누워지자

συγκλίνησθε

(너희는) 함께 누워지자

συγκλίνωνται

(그들은) 함께 누워지자

기원법단수 συγκλινοίμην

(나는) 함께 누워지기를 (바라다)

συγκλίνοιο

(너는) 함께 누워지기를 (바라다)

συγκλίνοιτο

(그는) 함께 누워지기를 (바라다)

쌍수 συγκλίνοισθον

(너희 둘은) 함께 누워지기를 (바라다)

συγκλινοίσθην

(그 둘은) 함께 누워지기를 (바라다)

복수 συγκλινοίμεθα

(우리는) 함께 누워지기를 (바라다)

συγκλίνοισθε

(너희는) 함께 누워지기를 (바라다)

συγκλίνοιντο

(그들은) 함께 누워지기를 (바라다)

명령법단수 συγκλίνου

(너는) 함께 누워져라

συγκλινέσθω

(그는) 함께 누워져라

쌍수 συγκλίνεσθον

(너희 둘은) 함께 누워져라

συγκλινέσθων

(그 둘은) 함께 누워져라

복수 συγκλίνεσθε

(너희는) 함께 누워져라

συγκλινέσθων, συγκλινέσθωσαν

(그들은) 함께 누워져라

부정사 συγκλίνεσθαι

함께 누워지는 것

분사 남성여성중성
συγκλινομενος

συγκλινομενου

συγκλινομενη

συγκλινομενης

συγκλινομενον

συγκλινομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνέκλινον

(나는) 함께 눕고 있었다

συνέκλινες

(너는) 함께 눕고 있었다

συνέκλινεν*

(그는) 함께 눕고 있었다

쌍수 συνεκλίνετον

(너희 둘은) 함께 눕고 있었다

συνεκλινέτην

(그 둘은) 함께 눕고 있었다

복수 συνεκλίνομεν

(우리는) 함께 눕고 있었다

συνεκλίνετε

(너희는) 함께 눕고 있었다

συνέκλινον

(그들은) 함께 눕고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνεκλινόμην

(나는) 함께 누워지고 있었다

συνεκλίνου

(너는) 함께 누워지고 있었다

συνεκλίνετο

(그는) 함께 누워지고 있었다

쌍수 συνεκλίνεσθον

(너희 둘은) 함께 누워지고 있었다

συνεκλινέσθην

(그 둘은) 함께 누워지고 있었다

복수 συνεκλινόμεθα

(우리는) 함께 누워지고 있었다

συνεκλίνεσθε

(너희는) 함께 누워지고 있었다

συνεκλίνοντο

(그들은) 함께 누워지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τῇ ἐπείτε συγκλίνοιτο ὁ Ἄμασισ, μίσγεσθαι οὐκ οἱο͂́σ τε ἐγίνετο, τῇσι δὲ ἄλλῃσι γυναιξὶ ἐχρᾶτο. (Herodotus, The Histories, book 2, chapter 181 3:2)

    (헤로도토스, The Histories, book 2, chapter 181 3:2)

  • ὅτι μὲν οὖν αὐτῷ μετὰ τὸ παραλαβεῖν τὴν βασιλείαν τά τε κατὰ Θετταλίαν καὶ Μακεδονίαν καὶ συλλήβδην τὰ κατὰ τὴν ἰδίαν ἀρχὴν οὕτωσ ὑπετέτακτο καὶ συνέκλινε ταῖσ εὐνοίαισ ὡσ οὐδενὶ τῶν πρότερον βασιλέων, καίτοι νέῳ ὄντι παραλαβόντι τὴν Μακεδόνων δυναστείαν, εὐχερὲσ καταμαθεῖν ἐκ τούτων. (Polybius, Histories, book 7, chapter 11 4:1)

    (폴리비오스, Histories, book 7, chapter 11 4:1)

유의어

  1. 함께 눕다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION