헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀνακλίνω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀνακλίνω

형태분석: ἀνα (접두사) + κλίν (어간) + ω (인칭어미)

  1. 눕다, 기울이다, 안으로 던지다, 기대다, ~에 원인이 있다, ~에 앉다, 바라보다
  2. 열다, 벌리다, 펴다
  1. to lean, upon, having laid it, to lean back, to lie on one's back, recline
  2. to push back, to open

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀνακλίνω

(나는) 눕는다

ἀνακλίνεις

(너는) 눕는다

ἀνακλίνει

(그는) 눕는다

쌍수 ἀνακλίνετον

(너희 둘은) 눕는다

ἀνακλίνετον

(그 둘은) 눕는다

복수 ἀνακλίνομεν

(우리는) 눕는다

ἀνακλίνετε

(너희는) 눕는다

ἀνακλίνουσιν*

(그들은) 눕는다

접속법단수 ἀνακλίνω

(나는) 눕자

ἀνακλίνῃς

(너는) 눕자

ἀνακλίνῃ

(그는) 눕자

쌍수 ἀνακλίνητον

(너희 둘은) 눕자

ἀνακλίνητον

(그 둘은) 눕자

복수 ἀνακλίνωμεν

(우리는) 눕자

ἀνακλίνητε

(너희는) 눕자

ἀνακλίνωσιν*

(그들은) 눕자

기원법단수 ἀνακλίνοιμι

(나는) 눕기를 (바라다)

ἀνακλίνοις

(너는) 눕기를 (바라다)

ἀνακλίνοι

(그는) 눕기를 (바라다)

쌍수 ἀνακλίνοιτον

(너희 둘은) 눕기를 (바라다)

ἀνακλινοίτην

(그 둘은) 눕기를 (바라다)

복수 ἀνακλίνοιμεν

(우리는) 눕기를 (바라다)

ἀνακλίνοιτε

(너희는) 눕기를 (바라다)

ἀνακλίνοιεν

(그들은) 눕기를 (바라다)

명령법단수 ἀνακλίνε

(너는) 누워라

ἀνακλινέτω

(그는) 누워라

쌍수 ἀνακλίνετον

(너희 둘은) 누워라

ἀνακλινέτων

(그 둘은) 누워라

복수 ἀνακλίνετε

(너희는) 누워라

ἀνακλινόντων, ἀνακλινέτωσαν

(그들은) 누워라

부정사 ἀνακλίνειν

눕는 것

분사 남성여성중성
ἀνακλινων

ἀνακλινοντος

ἀνακλινουσα

ἀνακλινουσης

ἀνακλινον

ἀνακλινοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀνακλίνομαι

(나는) 누워진다

ἀνακλίνει, ἀνακλίνῃ

(너는) 누워진다

ἀνακλίνεται

(그는) 누워진다

쌍수 ἀνακλίνεσθον

(너희 둘은) 누워진다

ἀνακλίνεσθον

(그 둘은) 누워진다

복수 ἀνακλινόμεθα

(우리는) 누워진다

ἀνακλίνεσθε

(너희는) 누워진다

ἀνακλίνονται

(그들은) 누워진다

접속법단수 ἀνακλίνωμαι

(나는) 누워지자

ἀνακλίνῃ

(너는) 누워지자

ἀνακλίνηται

(그는) 누워지자

쌍수 ἀνακλίνησθον

(너희 둘은) 누워지자

ἀνακλίνησθον

(그 둘은) 누워지자

복수 ἀνακλινώμεθα

(우리는) 누워지자

ἀνακλίνησθε

(너희는) 누워지자

ἀνακλίνωνται

(그들은) 누워지자

기원법단수 ἀνακλινοίμην

(나는) 누워지기를 (바라다)

ἀνακλίνοιο

(너는) 누워지기를 (바라다)

ἀνακλίνοιτο

(그는) 누워지기를 (바라다)

쌍수 ἀνακλίνοισθον

(너희 둘은) 누워지기를 (바라다)

ἀνακλινοίσθην

(그 둘은) 누워지기를 (바라다)

복수 ἀνακλινοίμεθα

(우리는) 누워지기를 (바라다)

ἀνακλίνοισθε

(너희는) 누워지기를 (바라다)

ἀνακλίνοιντο

(그들은) 누워지기를 (바라다)

명령법단수 ἀνακλίνου

(너는) 누워져라

ἀνακλινέσθω

(그는) 누워져라

쌍수 ἀνακλίνεσθον

(너희 둘은) 누워져라

ἀνακλινέσθων

(그 둘은) 누워져라

복수 ἀνακλίνεσθε

(너희는) 누워져라

ἀνακλινέσθων, ἀνακλινέσθωσαν

(그들은) 누워져라

부정사 ἀνακλίνεσθαι

누워지는 것

분사 남성여성중성
ἀνακλινομενος

ἀνακλινομενου

ἀνακλινομενη

ἀνακλινομενης

ἀνακλινομενον

ἀνακλινομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀνέκλινον

(나는) 눕고 있었다

ἀνέκλινες

(너는) 눕고 있었다

ἀνέκλινεν*

(그는) 눕고 있었다

쌍수 ἀνεκλίνετον

(너희 둘은) 눕고 있었다

ἀνεκλινέτην

(그 둘은) 눕고 있었다

복수 ἀνεκλίνομεν

(우리는) 눕고 있었다

ἀνεκλίνετε

(너희는) 눕고 있었다

ἀνέκλινον

(그들은) 눕고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀνεκλινόμην

(나는) 누워지고 있었다

ἀνεκλίνου

(너는) 누워지고 있었다

ἀνεκλίνετο

(그는) 누워지고 있었다

쌍수 ἀνεκλίνεσθον

(너희 둘은) 누워지고 있었다

ἀνεκλινέσθην

(그 둘은) 누워지고 있었다

복수 ἀνεκλινόμεθα

(우리는) 누워지고 있었다

ἀνεκλίνεσθε

(너희는) 누워지고 있었다

ἀνεκλίνοντο

(그들은) 누워지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὡσ γὰρ εἰσῆλθε τὰ γερόντια τότ’ εἰσ δόμουσ, εὐθὺσ ἀνεκλίνετο· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 15, book 15, chapter 33 2:2)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 15, book 15, chapter 33 2:2)

  • "κατὰ δὲ τοὺσ πότουσ αὐτὸσ ἐπὶ τὰσ εἰσόδουσ ἐφιστάμενοσ οὓσ μὲν εἰσῆγεν,3 οὓσ δ’ ἀνέκλινε, καὶ τοὺσ διακόνουσ δὲ τοὺσ τὰσ παραθέσεισ φέροντασ αὐτὸσ εἰσῆγε, καὶ περιπορευόμενοσ οὗ μὲν προσεκάθιζεν, οὗ δὲ προσανέπιπτε καὶ ποτε μὲν ἀποθέμενοσ μεταξὺ τὸν ψωμόν, ποτὲ δὲ τὸ ποτήριον, ἀνεπήδα καὶ μετανίστατο καὶ περιῄει τὸν πότον προπόσεισ λαμβάνων ὀρθὸσ ἄλλοτε παρ’ ἄλλοισ, ἅμα δὲ καὶ τοῖσ ἀκροάμασι προσπαίζων. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 5, book 5, chapter 19 3:65)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 5, book 5, chapter 19 3:65)

유의어

  1. 열다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION