Ancient Greek-English Dictionary Language

ὀλιγοστός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ὀλιγοστός ὀλιγοστή ὀλιγοστόν

Structure: ὀλιγοστ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: o)li/gos

Sense

  1. one out of a few
  2. the smallest space

Examples

  • ἔπειτα δ’ ἐν ταῖσ διαλλαγαῖσ ἑστιωμένων ἁπάντων οἰκέτησ Καίσαροσ κουρεύσ, διὰ δειλίαν, ᾗ πάντασ ἀνθρώπουσ ὑπερέβαλεν, οὐδὲν ἐῶν ἀνεξέταστον, ἀλλ’ ὠτακουστῶν καὶ πολυπραγμονῶν, συνῆκεν ἐπιβουλὴν Καίσαρι πραττομένην ὑπ’ Ἀχιλλᾶ τοῦ στρατηγοῦ καὶ Ποθεινοῦ τοῦ εὐνούχου, φωράσασ δὲ ὁ Καῖσαρ φρουρὰν μὲν περιέστησε τῷ ἀνδρῶνι , τὸν δὲ Ποθεινὸν ἀνεῖλεν ὁ δὲ Ἀχιλλᾶσ φυγὼν εἰσ τὸ στρατόπεδον περιΐστησιν αὐτῷ βαρὺν καὶ δυσμεταχείριστον πόλεμον, ὀλιγοστῷ τοσαύτην ἀμυνομένῳ πόλιν καὶ δύναμιν. (Plutarch, Caesar, chapter 49 2:1)

Synonyms

  1. one out of a few

  2. the smallest space

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION