Ancient Greek-English Dictionary Language

μανός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μανός μανή μανόν

Structure: μαν (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. porous
  2. few, scanty, of things happening at intervals, not often

Declension

First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • τὸ δὲ ἄλλο κύτοσ τοῦ κύρτου περὶ τὸ σῶμα ὅσον κοῖλον ἡμῶν περιέφυσεν, καὶ πᾶν δὴ τοῦτο τοτὲ μὲν εἰσ τὰ ἐγκύρτια συρρεῖν μαλακῶσ, ἅτε ἀέρα ὄντα, ἐποίησεν, τοτὲ δὲ ἀναρρεῖν μὲν τὰ ἐγκύρτια, τὸ δὲ πλέγμα, ὡσ ὄντοσ τοῦ σώματοσ μανοῦ, δύεσθαι εἴσω δι’ αὐτοῦ καὶ πάλιν ἔξω, τὰσ δὲ ἐντὸσ τοῦ πυρὸσ ἀκτῖνασ διαδεδεμένασ ἀκολουθεῖν ἐφ’ ἑκάτερα ἰόντοσ τοῦ ἀέροσ, καὶ τοῦτο, ἑώσπερ ἂν τὸ θνητὸν συνεστήκῃ ζῷον, μὴ διαπαύεσθαι γιγνόμενον· (Plato, Hippias Major, Hippias Minor, Ion, Menexenus, Cleitophon, Timaeus, Critias, Minos, Epinomis, 399:1)
  • ἀναπέμπει φύματα ζέουσα, καθειργνυμένη δ’ ἐντὸσ πυρίκαυτα νοσήματα πολλὰ ἐμποιεῖ, μέγιστον δέ, ὅταν αἵματι καθαρῷ συγκερασθεῖσα τὸ τῶν ἰνῶν γένοσ ἐκ τῆσ ἑαυτῶν διαφορῇ τάξεωσ, αἳ διεσπάρησαν μὲν εἰσ αἷμα, ἵνα συμμέτρωσ λεπτότητοσ ἴσχοι καὶ πάχουσ καὶ μήτε διὰ θερμότητα ὡσ ὑγρὸν ἐκ μανοῦ τοῦ σώματοσ ἐκρέοι, μήτ’ αὖ πυκνότερον δυσκίνητον ὂν μόλισ ἀναστρέφοιτο ἐν ταῖσ φλεψίν. (Plato, Hippias Major, Hippias Minor, Ion, Menexenus, Cleitophon, Timaeus, Critias, Minos, Epinomis, 446:1)
  • μνημονεύει δὲ τοῦ μάνου Νικοχάρησ ἐν Λάκωσιν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 15, book 15, chapter 5 3:2)
  • " πρὸσ τοὺσ συμβουλεύοντασ τὸν ἀποδράντα αὐτοῦ δοῦλον ζητεῖν, "γελοῖον," ἔφη, "εἰ Μάνησ μὲν χωρὶσ Διογένουσ ζῇ, Διογένησ δὲ χωρὶσ Μάνου οὐ δυνήσεται. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, , Kef. b'. DIOGENHS 36:2)

Synonyms

  1. porous

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION