μαλλός
2군 변화 명사; 남성
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
μαλλός
μαλλοῦ
형태분석:
μαλλ
(어간)
+
ος
(어미)
뜻
- 모, 양모, 털, 펠트로 만들어진 모직
- a lock of wool, wool, a lock of hair
곡용 정보
2군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- καὶ ἀνέστησαν οἱ δοῦλοι αὐτοῦ καὶ ἔδησαν πάντα σύνδεσμον καὶ ἐπάταξαν τὸν Ἰωὰσ ἐν οἴκῳ Μαλλὼ τῷ ἐν Γααλὰ (Septuagint, Liber II Regum 12:21)
(70인역 성경, 열왕기 하권 12:21)
- εἰδὼσ δὲ τοὺσ ἐν Κλάρῳ καὶ Διδύμοισ καὶ Μαλλῷ καὶ αὐτοὺσ εὐδοκιμοῦντασ ἐπὶ τῇ ὁμοίᾳ μαντικῇ ταύτῃ, φίλουσ αὐτοὺσ ἐποιεῖτο, πολλοὺσ τῶν προσιόντων πέμπων ἐπ’ αὐτοὺσ λέγων Ἐσ Κλάρον ἱέσο νῦν, τοὐμοῦ πατρὸσ ὡσ ὄπ’ ἀκούσῃσ. (Lucian, Alexander, (no name) 29:1)
(루키아노스, Alexander, (no name) 29:1)
- ἐσ Μαλλὸν χώρει θεσπίσματὰ τ’ Ἀμφιλόχοιο. (Lucian, Alexander, (no name) 29:4)
(루키아노스, Alexander, (no name) 29:4)
- εἰροπόκοι δ’ ὀιέσ μαλλοῖσ καταβεβρίθασιν· (Hesiod, Works and Days, Book WD 27:14)
(헤시오도스, 일과 날, Book WD 27:14)
- βρύετε βρύετε χλοήρει μίλακι καλλικάρπῳ καὶ καταβακχιοῦσθε δρυὸσ ἢ ἐλάτασ κλάδοισι, στικτῶν τ’ ἐνδυτὰ νεβρίδων στέφετε λευκοτρίχων πλοκάμων μαλλοῖσ· (Euripides, choral, strophe 22)
(에우리피데스, choral, strophe 22)
- εἰ μὲν οὖν παρὰ τὰσ θῖνασ ἔμελλε Μαλλὸσ μείζων ἔσεσθαι τῆσ Ταρσοῦ καὶ παρὰ τὴν ἐπὶ τῆσ ψάμμου νομήν, τάχα ἔδει σπουδάζειν ὑμᾶσ ἐπὶ τοσοῦτον. (Dio, Chrysostom, Orationes, 60:1)
(디오, 크리소토모스, 연설, 60:1)
- πλησίον δὲ καὶ Μαλλὸσ ἐφ’ ὕψουσ κειμένη, κτίσμα Ἀμφιλόχου καὶ Μόψου τοῦ Ἀπόλλωνοσ καὶ Μαντοῦσ, περὶ ὧν πολλὰ μυθολογεῖται· (Strabo, Geography, Book 14, chapter 5 32:3)
(스트라본, 지리학, Book 14, chapter 5 32:3)