Ancient Greek-English Dictionary Language

καταληπτός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: καταληπτός καταληπτή καταληπτόν

Structure: καταληπτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: katalamba/nw의 분사형,

Sense

  1. to be achieved
  2. seizing suddenly;, that falls on us

Examples

  • δογματικοὶ μὲν ὅσοι περὶ τῶν πραγμάτων ἀποφαίνονται ὡσ καταληπτῶν· (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, , PROOIMION 16:2)
  • καὶ γὰρ ἐκείνων τινὲσ βουλόμενοι περί τε τῶν προφανῶσ καταληπτῶν εἶναι δοκούντων καὶ περὶ τῶν ἀκαταλήπτων εἰσ ἀπορίαν ἄγειν τοὺσ προσδιαλεγομένουσ τοιαύταισ χρῶνται παραδοξολογίαισ καὶ τοιαύτασ εὐποροῦσι πιθανότητασ ὥστε διαπορεῖν εἰ δυνατόν ἐστι τοὺσ ἐν Ἀθήναισ ὄντασ ὀσφραίνεσθαι τῶν ἑψομένων ᾠῶν ἐν Ἐφέσῳ καὶ διστάζειν μή πωσ, καθ’ ὃν καιρὸν ἐν Ἀκαδημείᾳ διαλέγονται περὶ τούτων, οὐχ ὕπαρ, ἀλλ’ ὄναρ ἐν οἴκῳ κατακείμενοι τούτουσ διατίθενται τοὺσ λόγουσ. (Polybius, Histories, book 12, chapter 26c 2:1)

Synonyms

  1. to be achieved

Related

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION