Ancient Greek-English Dictionary Language

κακηγορία

First declension Noun; Feminine 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κακηγορία

Structure: κακηγορι (Stem) + ᾱ (Ending)

Etym.: from kakh/goros

Sense

  1. evil-speaking, abuse, slander, for defamation

Declension

First declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ὁ ψόγοσ καὶ ἡ κακηγορία. (Unknown, Elegy and Iambus, Volume II, , 30)
  • ὅτι ἡ ἀρχὴ τῶν συναλλαγμάτων τούτων ἑκούσιοσ, τῶν δ’ ἀκουσίων τὰ μὲν λαθραῖα, οἱο͂ν κλοπὴ μοιχεία φαρμακεία προαγωγεία δουλαπατία δολοφονία ψευδομαρτυρία, τὰ δὲ βίαια, οἱο͂ν αἰκία δεσμὸσ θάνατοσ ἁρπαγὴ πήρωσισ κακηγορία προπηλακισμόσ. (Aristotle, Nicomachean Ethics, Book 5 35:1)
  • ὥσπερ δ’ αὐτὸ πλεῖστον μετέχει κακίασ ἀπὸ τῆσ προσηγορίασ ἀρξάμενον, οὕτωσ ἡ κακηγορία πάλιν αὐτοῦ πλεῖστον μετέχει μέροσ ἐκ τῆσ παρισώσεωσ ἀρξάμενον τῆσ περὶ τοὔνομα· (Aristides, Aelius, Orationes, 3:3)
  • καίτοι, ὦ ἄνδρεσ Ἀθηναῖοι, οὐ μόνον παρὰ τὸ ψήφισμα τὰ περὶ τὴν ἀγορὰν διέβαλλεν ἡμᾶσ Εὐβουλίδησ, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοὺσ νόμουσ, οἳ κελεύουσιν ἔνοχον εἶναι τῇ κακηγορίᾳ τὸν τὴν ἐργασίαν τὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ ἢ τῶν πολιτῶν ἢ τῶν πολιτίδων ὀνειδίζοντά τινι. (Demosthenes, Speeches 51-61, 42:4)

Synonyms

  1. evil-speaking

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION