Ancient Greek-English Dictionary Language

ἠπίαλος

Second declension Noun; Masculine Transliteration:

Principal Part: ἠπίαλος

Etym.: (어원이 불명확함.)

Sense

  1. a fever with shivering, ague
  2. night-mare

Examples

  • προερῶ γὰρ καὶ προθεσπιῶ καὶ ἄνευ Κασταλίασ καὶ δάφνησ καὶ τρίποδοσ Δελφικοῦ, ὅτι ἂν γυμνὸσ τοῦ κρύουσ περινοστῇ τισ ὑόντοσ προσέτι ἢ χαλαζῶντοσ τοῦ θεοῦ, ἠπίαλοσ οὐ μικρὸσ ἐπιπεσεῖται τῷ τοιούτῳ, καὶ τὸ ἔτι γε τούτου μαντικώτερον, ὅτι καὶ θέρμη μετὰ ταῦτα, ὡσ τὸ εἰκόσ, ἐπιγενήσεται, καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα, ὧν γελοῖον ἂν εἰή μεμνῆσθαι. (Lucian, 14:1)
  • καὶ νιγλάρουσ θρηνεῖν, ἐν οἷσι Λάμπροσ ἐναπέθνῃσκεν, ἄνθρωποσ ὢν ὑδατοπότησ, μινυρὸσ ὑπερσοφιστήσ, Μουσῶν σκελετόσ, ἀηδόνων ἠπίαλοσ, ὕμνοσ Αἵδου. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 2, book 2, chapter 21 2:1)
  • φθειρῶν ἔβρυον πᾶσ καί με εἶχεν ἠπίαλοσ. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, , Kef. ia'. FEREKUDHS 7:2)

Synonyms

  1. night-mare

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION