헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἡνία

1군 변화 명사; 여성 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἡνία

  1. 고삐
  2. 굴레, 속박
  1. the reins
  2. the bridle

예문

  • μόνον αὐτὸν ἠνία φίλου νόσοσ ἢ θάνατοσ, ὡσ ἂν καὶ τὸ μέγιστον τῶν ἐν ἀνθρώποισ ἀγαθῶν τὴν φιλίαν ἡγούμενον. (Lucian, (no name) 10:1)

    (루키아노스, (no name) 10:1)

  • ὦ φίλοσ, ἀλλὰ σὺ θᾶσσον ἔχ’ ἡνία φοινικόεντα ἵππων ὠκυπόδων· (Hesiod, Shield of Heracles, Book Sh. 7:1)

    (헤시오도스, 헤라클레스의 방패, Book Sh. 7:1)

  • ἐπεὶ γὰρ αὐτὴν μὲν ἐγνώρισα τὴν γῆν ἰδών, τὰ δ’ ἄλλα οὐχ οἱο͂́σ τε ἦν καθορᾶν ὑπὸ τοῦ βάθουσ ἅτε τῆσ ὄψεωσ μηκέτι ἐφικνουμένησ, πάνυ μ’ ἠνία τὸ χρῆμα καὶ πολλὴν παρεῖχε τὴν ἀπορίαν. (Lucian, Icaromenippus, (no name) 13:3)

    (루키아노스, Icaromenippus, (no name) 13:3)

  • ἐγὼ δὲ εἰδὼσ ὁπόσα με ἠνία καὶ ἔστρεφεν, ἐκείνοισ μὲν τῆσ ἀνοίασ συνεγίνωσκον, ἐμαυτὸν δὲ ἠλέουν ὅμοιον ὄντα τοῖσ μεγάλοισ ἐκείνοισ κολοσσοῖσ, οἱούσ ἢ Φειδίασ ἢ Μύρων ἢ Πραξιτέλησ ἐποίησεν· (Lucian, Gallus, (no name) 24:7)

    (루키아노스, Gallus, (no name) 24:7)

  • πλὴν ἐμέ γε ‐ εἰρήσεται γάρ ‐ οὐ μετρίωσ ἠνία ὁ ἔπαινοσ αὐτῶν, καὶ ἐπειδή ποτε ἀπελθόντων κατ̓ ἐμαυτὸν ἐγενόμην, ἐκεῖνα ἐνενόουν· (Lucian, Zeuxis 3:1)

    (루키아노스, Zeuxis 3:1)

유의어

  1. 고삐

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION