Ancient Greek-English Dictionary Language

γλαφυρός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: γλαφυρός γλαφυρά γλαφυρόν

Structure: γλαφυρ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: gla/fw

Sense

  1. hollow, hollowed, a deep
  2. polished, finished, subtle, critical, nice, exact

Examples

  • ἔτι τῆσ ἁρμονίασ ταύτησ οἰκεῖόν ἐστι καὶ τὸ τὰσ περιόδουσ αὐτουργούσ τινασ εἶναι καὶ ἀφελεῖσ καὶ μήτε συναπαρτιζούσασ ἑαυταῖσ τὸν νοῦν μήτε συμμεμετρημένασ τῷ πνεύματι τοῦ λέγοντοσ μηδέ γε παραπληρώμασι τῶν ὀνομάτων οὐκ ἀναγκαίοισ ὡσ πρὸσ τὴν ὑποκειμένην διάνοιαν χρωμένασ μηδ’ εἰσ θεατρικούσ τινασ καὶ γλαφυροὺσ καταληγούσασ ῥυθμούσ. (Dionysius of Halicarnassus, De Demosthene, chapter 39 1:2)

Synonyms

  1. hollow

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION