Ancient Greek-English Dictionary Language

γλαφυρός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: γλαφυρός γλαφυρά γλαφυρόν

Structure: γλαφυρ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: gla/fw

Sense

  1. hollow, hollowed, a deep
  2. polished, finished, subtle, critical, nice, exact

Examples

  • εἰ δέ ποτ’ αὐτομάτωσ ἐπὶ τοῦτο κατενεχθείη, τὸ ἀνεπιτήδευτον ἐμφαίνειν θέλει καὶ ἀφελέσ, οὔτε προσθήκαισ τισὶν ὀνομάτων, ἵνα ὁ κύκλοσ ἐκπληρωθῇ, μηδὲν ὠφελούσαισ τὸν νοῦν χρωμένη οὔτε ὅπωσ αἱ βάσεισ αὐτῶν γένοιντο θεατρικαί τινεσ ἢ γλαφυραί, σπουδὴν ἔχουσα οὐδ’ ἵνα τῷ πνεύματι τοῦ λέγοντοσ ὦσιν αὐτάρκεισ συμμετρουμένη μάλα, οὐδ’ ἄλλην τινὰ τοιαύτην ἔχουσα ἐπιτήδευσιν οὐδεμίαν. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 229)
  • τοῖσ δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέεσ ἐστιχόωντο. (Homer, Iliad, Book 2 44:3)
  • τῷ δ’ ἐνενήκοντα γλαφυραὶ νέεσ ἐστιχόωντο. (Homer, Iliad, Book 2 55:5)
  • τοῖσ δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέεσ ἐστιχόωντο. (Homer, Iliad, Book 2 66:2)
  • τοῖσ δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέεσ ἐστιχόωντο. (Homer, Iliad, Book 2 72:2)

Synonyms

  1. hollow

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION