헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐκτρέπω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐκτρέπω ἐκτρέψω

형태분석: ἐκ (접두사) + τρέπ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 피하다, 명령하다, 회피하다, 돌다, 돌리다, 비틀다, 지시하다, 굴리다
  2. 막다, 예방하다
  3. 돌다, 비틀다, 두르다
  1. to turn out of the course, to turn aside, to turn aside from, to turn aside
  2. to turn, off the road, order, out of the way, to get out of, way, avoid
  3. to prevent
  4. to turn, and flee before

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκτρέπω

ἐκτρέπεις

ἐκτρέπει

쌍수 ἐκτρέπετον

ἐκτρέπετον

복수 ἐκτρέπομεν

ἐκτρέπετε

ἐκτρέπουσιν*

접속법단수 ἐκτρέπω

ἐκτρέπῃς

ἐκτρέπῃ

쌍수 ἐκτρέπητον

ἐκτρέπητον

복수 ἐκτρέπωμεν

ἐκτρέπητε

ἐκτρέπωσιν*

기원법단수 ἐκτρέποιμι

ἐκτρέποις

ἐκτρέποι

쌍수 ἐκτρέποιτον

ἐκτρεποίτην

복수 ἐκτρέποιμεν

ἐκτρέποιτε

ἐκτρέποιεν

명령법단수 ἐκτρέπε

ἐκτρεπέτω

쌍수 ἐκτρέπετον

ἐκτρεπέτων

복수 ἐκτρέπετε

ἐκτρεπόντων, ἐκτρεπέτωσαν

부정사 ἐκτρέπειν

분사 남성여성중성
ἐκτρεπων

ἐκτρεποντος

ἐκτρεπουσα

ἐκτρεπουσης

ἐκτρεπον

ἐκτρεποντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκτρέπομαι

ἐκτρέπει, ἐκτρέπῃ

ἐκτρέπεται

쌍수 ἐκτρέπεσθον

ἐκτρέπεσθον

복수 ἐκτρεπόμεθα

ἐκτρέπεσθε

ἐκτρέπονται

접속법단수 ἐκτρέπωμαι

ἐκτρέπῃ

ἐκτρέπηται

쌍수 ἐκτρέπησθον

ἐκτρέπησθον

복수 ἐκτρεπώμεθα

ἐκτρέπησθε

ἐκτρέπωνται

기원법단수 ἐκτρεποίμην

ἐκτρέποιο

ἐκτρέποιτο

쌍수 ἐκτρέποισθον

ἐκτρεποίσθην

복수 ἐκτρεποίμεθα

ἐκτρέποισθε

ἐκτρέποιντο

명령법단수 ἐκτρέπου

ἐκτρεπέσθω

쌍수 ἐκτρέπεσθον

ἐκτρεπέσθων

복수 ἐκτρέπεσθε

ἐκτρεπέσθων, ἐκτρεπέσθωσαν

부정사 ἐκτρέπεσθαι

분사 남성여성중성
ἐκτρεπομενος

ἐκτρεπομενου

ἐκτρεπομενη

ἐκτρεπομενης

ἐκτρεπομενον

ἐκτρεπομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οὐχ ὁρᾶν αὐτὸν ἀλλὰ παρορᾶν λέγομεν, ἐκτρεπόμενον καὶ παρακινοῦντα τοῖσ λογισμοῖσ· (Plutarch, De communibus notitiis adversus Stoicos, section 44 15:1)

    (플루타르코스, De communibus notitiis adversus Stoicos, section 44 15:1)

  • ἔφθη γὰρ τὸ σῶμα ἀφελόμενοσ Περδίκκαν ὁ τοῦ Λάγου Πτολεμαῖοσ κατακομίζοντα ἐκ τῆσ Βαβυλῶνοσ καὶ ἐκτρεπόμενον ταύτῃ κατὰ πλεονεξίαν καὶ ἐξιδιασμὸν τῆσ Αἰγύπτου· (Strabo, Geography, book 17, chapter 1 16:9)

    (스트라본, 지리학, book 17, chapter 1 16:9)

  • ἠξίου γε μήν, εἰ βλέπουσιν αὐτὸν ἁμαρτάνοντα καὶ τῆσ ὁδοῦ τῆσ δικαίασ ἐκτρεπόμενον εἰσ αὐτὴν ἐπαναγαγεῖν καὶ ἐπανορθοῦν. (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 13 357:2)

    (플라비우스 요세푸스, Antiquitates Judaicae, Book 13 357:2)

유의어

  1. to turn out of the course

  2. 막다

  3. 돌다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION