Ancient Greek-English Dictionary Language

διαζάω

α-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: διαζάω διαζήσω

Structure: δια (Prefix) + ζά (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to live through, pass
  2. to live, they supported life, to live off or by

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διάζω διάζᾳς διάζᾳ
Dual διάζᾱτον διάζᾱτον
Plural διάζωμεν διάζᾱτε διάζωσιν*
SubjunctiveSingular διάζω διάζῃς διάζῃ
Dual διάζητον διάζητον
Plural διάζωμεν διάζητε διάζωσιν*
OptativeSingular διάζῳμι διάζῳς διάζῳ
Dual διάζῳτον διαζῷτην
Plural διάζῳμεν διάζῳτε διάζῳεν
ImperativeSingular διάζᾱ διαζᾶτω
Dual διάζᾱτον διαζᾶτων
Plural διάζᾱτε διαζῶντων, διαζᾶτωσαν
Infinitive διάζᾱν
Participle MasculineFeminineNeuter
διαζων διαζωντος διαζωσα διαζωσης διαζων διαζωντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διάζωμαι διάζᾳ διάζᾱται
Dual διάζᾱσθον διάζᾱσθον
Plural διαζῶμεθα διάζᾱσθε διάζωνται
SubjunctiveSingular διάζωμαι διάζῃ διάζηται
Dual διάζησθον διάζησθον
Plural διαζώμεθα διάζησθε διάζωνται
OptativeSingular διαζῷμην διάζῳο διάζῳτο
Dual διάζῳσθον διαζῷσθην
Plural διαζῷμεθα διάζῳσθε διάζῳντο
ImperativeSingular διάζω διαζᾶσθω
Dual διάζᾱσθον διαζᾶσθων
Plural διάζᾱσθε διαζᾶσθων, διαζᾶσθωσαν
Infinitive διάζᾱσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διαζωμενος διαζωμενου διαζωμενη διαζωμενης διαζωμενον διαζωμενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • , τῷ γ’ ἐντὸσ ὑγρῷ χρώμενα διαζῇ. (Plutarch, Aquane an ignis sit utilior, chapter, section 3 3:1)
  • οὐκοῦν, ἦν δ’ ἐγώ, καὶ διαζῇ τὸ καθ’ ἡμέραν οὕτω χαριζόμενοσ τῇ προσπιπτούσῃ ἐπιθυμίᾳ, τοτὲ μὲν μεθύων καὶ καταυλούμενοσ, αὖθισ δὲ ὑδροποτῶν καὶ κατισχναινόμενοσ, τοτὲ δ’ αὖ γυμναζόμενοσ, ἔστιν δ’ ὅτε ἀργῶν καὶ πάντων ἀμελῶν, τοτὲ δ’ ὡσ ἐν φιλοσοφίᾳ διατρίβων. (Plato, Republic, book 8 390:1)
  • φασὶ δ’ αὐτὸν καὶ εἰσ δικαστήριον ἀχθῆναι, λόγουσ δώσοντα πόθεν ἐσ τοσοῦτον εὐέκτησ ὢν διαζῇ· (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, ISTORIWN Z, Kef. e'. KLEANQHS7)

Synonyms

  1. to live through

  2. to live

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION