헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διατείχισμα

3군 변화 명사; 중성 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διατείχισμα

형태분석: διατειχισματ (어간)

어원: from diateixi/zw

  1. a place walled off and fortified

곡용 정보

3군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐν τούτῳ δὲ καί τοῦ Μανίου κάτωθεν πρὸσ τὰ διατειχίσματα βιαζομένου καί τοῖσ στενοῖσ προσβάλλοντοσ ἀθρόαν τὴν δύναμιν, ὁ μέν Ἀντίοχοσ εἰσ τὸ στόμα λίθῳ πληγείσ ἐκτιναχθέντων αὐτοῦ τῶν ὀδόντων ἀπ έστρεψε τὸν ἵππον ὀπίσω, περιαλγὴσ γενόμενοσ, τοῦ δὲ στρατοῦ μέροσ οὐδὲν ὑπέμεινε τοὺσ Ῥωμαίουσ, ἀλλὰ καίπερ ἀπόρουσ καί ἀμηχάνουσ τῆσ φυγῆσ ὁδοὺσ καί πλάνασ ἐχούσησ, ἑλῶν βαθέων καί πετρῶν ἀποτόμων τὰ πτώματα καί τὰσ ὀλισθήσεισ ὑποδεχομένων, εἰσ ταῦτα διὰ τῶν στενῶν ὑπερχεόμενοι καί συνωθοῦντεσ ἀλλήλουσ φόβῳ πληγῆσ καί σιδήρου πολεμίων αὑτοὺσ διέφθειρον. (Plutarch, Marcus Cato, chapter 14 1:1)

    (플루타르코스, Marcus Cato, chapter 14 1:1)

유의어

  1. a place walled off and fortified

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION