Ancient Greek-English Dictionary Language


First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: διανοητικός διανοητική διανοητικόν

Structure: διανοητικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from dianoe/omai


  1. of or for thinking, intellectual


First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  • ὅταν δὲ μὴ μετὰ πάθουσ ἀλλ’ αὐτὸ καθ’ αὑτὸ κινῆται τὸ διανοητικόν, ἡσυχίαν ἄγει τὸ σῶμα καὶ καθέστηκεν οὔτε κοινωνοῦν οὔτε μετέχον αὐτὸ τῆσ ἐνεργείασ τοῦ φρονοῦντοσ, εἰ τοῦ παθητικοῦ μὴ συνεφάπτοιτο μηδὲ συμπαραλαμβάνοι τὸ ἄλογον ὥστε καὶ τούτῳ δύ’ ὄντα δηλοῦσθαι καὶ διαφέροντα ταῖσ δυνάμεσιν ἀλλήλων. (Plutarch, De virtute morali, section 11 4:1)
  • καὶ γὰρ ἔνθυμον καὶ διανοητικόν ἐστιν· (Aristotle, Politics, Book 7 109:1)
  • μέρη γὰρ αὐτῆσ τά τε πέντε αἰσθητήρια καὶ τὸ φωνητικὸν μόριον καὶ τὸ διανοητικόν, ὅπερ ἐστὶν αὐτὴ ἡ διάνοια, καὶ τὸ γεννητικόν. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, ISTORIWN Z, Kef. a'. ZHNWN 110:3)


  1. of or for thinking


Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool