헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διάκειμαι

-μι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διάκειμαι διάκείσομαι

형태분석: δια (접두사) + κεί (어간) + μαι (인칭어미)

  1. 있다, 있으시다, ~에 접촉해 있다, 돌보다, 함께하다, 뛰어오르다, 뿌리다, ~에 원인이 있다, 심다, ~에 앉다
  2. 정해지다, 해결되다, 비준하다, 승인하다, 입증하다, 확인하다, 정착하다
  1. to be in a certain state, to be disposed or affected, I am affected, to be in, plight, to be, disposed, to be envied, to be suspected by
  2. to be settled, fixed, ordered, was it ordered, certain conditions, settled terms, it will be, disposed of

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διακείμαι

(나는) 있는다

διακείσαι

(너는) 있는다

διακείται

(그는) 있는다

쌍수 διακείσθον

(너희 둘은) 있는다

διακείσθον

(그 둘은) 있는다

복수 διακείμεθα

(우리는) 있는다

διακείσθε

(너희는) 있는다

διακείνται

(그들은) 있는다

접속법단수 διακείωμαι

(나는) 있자

διακείῃ

(너는) 있자

διακείηται

(그는) 있자

쌍수 διακείησθον

(너희 둘은) 있자

διακείησθον

(그 둘은) 있자

복수 διακειώμεθα

(우리는) 있자

διακείησθε

(너희는) 있자

διακείωνται

(그들은) 있자

기원법단수 διακειίμην

(나는) 있기를 (바라다)

διακείιο

(너는) 있기를 (바라다)

διακείιτο

(그는) 있기를 (바라다)

쌍수 διακείισθον

(너희 둘은) 있기를 (바라다)

διακειίσθην

(그 둘은) 있기를 (바라다)

복수 διακειίμεθα

(우리는) 있기를 (바라다)

διακείισθε

(너희는) 있기를 (바라다)

διακείιντο

(그들은) 있기를 (바라다)

명령법단수 διακείσο

(너는) 있어라

διακείσθω

(그는) 있어라

쌍수 διακείσθον

(너희 둘은) 있어라

διακείσθων

(그 둘은) 있어라

복수 διακείσθε

(너희는) 있어라

διακείσθων

(그들은) 있어라

부정사 διακείσθαι

있는 것

분사 남성여성중성
διακειμενος

διακειμενου

διακειμενη

διακειμενης

διακειμενον

διακειμενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διακείσομαι

(나는) 있겠다

διακείσει, διακείσῃ

(너는) 있겠다

διακείσεται

(그는) 있겠다

쌍수 διακείσεσθον

(너희 둘은) 있겠다

διακείσεσθον

(그 둘은) 있겠다

복수 διακεισόμεθα

(우리는) 있겠다

διακείσεσθε

(너희는) 있겠다

διακείσονται

(그들은) 있겠다

기원법단수 διακεισοίμην

(나는) 있겠기를 (바라다)

διακείσοιο

(너는) 있겠기를 (바라다)

διακείσοιτο

(그는) 있겠기를 (바라다)

쌍수 διακείσοισθον

(너희 둘은) 있겠기를 (바라다)

διακεισοίσθην

(그 둘은) 있겠기를 (바라다)

복수 διακεισοίμεθα

(우리는) 있겠기를 (바라다)

διακείσοισθε

(너희는) 있겠기를 (바라다)

διακείσοιντο

(그들은) 있겠기를 (바라다)

부정사 διακείσεσθαι

있을 것

분사 남성여성중성
διακεισομενος

διακεισομενου

διακεισομενη

διακεισομενης

διακεισομενον

διακεισομενου

미완료(Imperfect) 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεκείμην

(나는) 있고 있었다

διεκείου, διέκεισο

(너는) 있고 있었다

διέκειτο

(그는) 있고 있었다

쌍수 διέκεισθον

(너희 둘은) 있고 있었다

διεκείσθην

(그 둘은) 있고 있었다

복수 διεκείμεθα

(우리는) 있고 있었다

διέκεισθε

(너희는) 있고 있었다

διέκειντο

(그들은) 있고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὁρᾷσ γοῦν, ὅπωσ διάκειμαι ὑπὸ τῶν ἐγκαυμάτων. (Lucian, Dialogi Marini, xanthus and thalassa, chapter 22)

    (루키아노스, Dialogi Marini, xanthus and thalassa, chapter 22)

  • νυνὶ δὲ καὶ αὐτὸσ ἀπόρωσ διάκειμαι. (Dionysius of Halicarnassus, chapter 25 3:7)

    (디오니시오스, chapter 25 3:7)

  • δύστηνοσ ἐγὼ τῆσ βαρυδαίμονοσ ἄρθρων κλίσεωσ, ὡσ διάκειμαι, νῶτ’ ἐν στερροῖσ λέκτροισι ταθεῖσ’. (Euripides, The Trojan Women, choral, anapests12)

    (에우리피데스, The Trojan Women, choral, anapests12)

  • "ὁρᾷσ ὅκωσ διάκειμαι. (Arrian, Indica, chapter 36 2:2)

    (아리아노스, Indica, chapter 36 2:2)

  • ἦ που χαλεπῶσ ἂν τοὺσ ἄλλουσ ἀνθρώπουσ πείσαιμι ὡσ οὐ συμφορὰν ἡγοῦμαι τὴν παροῦσαν τύχην, ὅτε γε μηδ’ ὑμᾶσ δύναμαι πείθειν, ἀλλὰ φοβεῖσθε μὴ δυσκολώτερόν τι νῦν διάκειμαι ἢ ἐν τῷ πρόσθεν βίῳ· (Plato, Euthyphro, Apology, Crito, Phaedo, 505:3)

    (플라톤, Euthyphro, Apology, Crito, Phaedo, 505:3)

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION