ἀμπέχω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἀμπέχω
Structure:
ἀμπέχ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Etym.: a)mpi/ aeolic for a)mfi/.
Sense
- to surround, cover, surrounding
- to embrace
- to put round, to put on
- to put round oneself, to wear, with your cloak round
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- Ἕρμιπποσ δέ φησι Θεόκριτον τὸν Χῖον ὡσ ἀπαίδευτον μέμφεσθαι τὴν Ἀναξιμένουσ περιβολὴν Καλλίστρατόσ τε ὁ Ἀριστοφάνειοσ Ἀρίσταρχον ἐν συγγράμματι κακῶσ εἴρηκεν ἐπὶ τῷ μὴ εὐρύθμωσ ἀμπέχεσθαι, φέροντόσ τι καὶ τοῦ τοιούτου πρὸσ παιδείασ ἐξέτασιν. (Athenaeus, The Deipnosophists, book 1, chapter 38 2:4)
- οὕτω δὲ παρὰ τοῖσ ἀρχαίοισ τὰ τῆσ τρυφῆσ καὶ τῆσ πολυτελείασ ἠσκεῖτο ὡσ καὶ Παρράσιόν τὸν Ἐφέσιον ζωγράφον πορφύραν ἀμπέχεσθαι, χρυσοῦν στέφανον ἐπὶ τῆσ κεφαλῆσ ἔχοντα, ὡσ ἱστορεῖ Κλέαρχοσ ἐν τοῖσ Βίοισ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 621)
- ἀμπέχεσθαι καὶ φορεῖν καὶ γὰρ τὸν Ἡσίοδον οἰέσθαι δεῖ λέγοντα μηδ’ ἀπὸ πεντόζοιο θεῶν ἐν δαιτὶ θαλείῃ αὐο͂ν ἀπὸ χλωροῦ τάμνειν αἴθωνι σιδήρῳ διδάσκειν ὅτι δεῖ καθαροὺσ τῶν τοιούτων γενομένουσ ἑορτάζειν, οὐκ ἐν αὐταῖσ ταῖσ ἱερουργίαισ χρῆσθαι καθάρσει καὶ ἀφαιρέσει τῶν περιττωμάτων. (Plutarch, De Iside et Osiride, section 4 6:1)
- Οὕτω δὲ παρὰ τοῖσ ἀρχαίοισ τὰ τῆσ τρυφῆσ καὶ τῆσ πολυτελείασ ἠσκεῖτο ὡσ καὶ Παρράσιον τὸν ζωγράφον πορφύραν ἀμπέχεσθαι, χρυσοῦν στέφανον ἐπὶ τῆσ κεφαλῆσ ἔχοντα, ὡσ ἱστορεῖ Κλέαρχοσ ἐν τοῖσ Βίοισ. (Unknown, Elegy and Iambus, Volume II, , 1)
- κομᾶν τε γὰρ τοὺσ ἄρρενασ ὥσπερ τὰσ παρθένουσ ἐκέλευσεν ἐξανθιζομένουσ καὶ βοστρυχιζομένουσ καὶ κεκρυφάλοισ τὰσ πλοκαμίδασ ἀναδοῦντασ ἐνδύεσθαί τε ποικίλουσ καὶ ποδήρεισ χιτωνίσκουσ, καὶ χλανιδίοισ ἀμπέχεσθαι λεπτοῖσ καὶ μαλακοῖσ, καὶ δίαιταν ἔχειν ὑπὸ σκιαῖσ· (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books VII-IX, book 7, chapter 9 6:1)
Synonyms
-
to surround
-
to embrace
-
to put round
- περιέννυμι (to put round, to put on one's)
- ἀμφιτίθημι (to put round, to put round oneself, to be put on)
- περιστιχίζω (to put all round)
- καταμφικαλύπτω (to put all round)
- ἀμφιπεριστέφομαι (to be put round as a crown)
- ἀμφιέννυμι (to put round one, put on oneself)
- περιτίθημι (to place round, to put round oneself, put on)
- ἀμφιδινέομαι (to be put round, fitted closely round)
- ἐφίημι (to put, to)
- ἐκποιέω (to put out)
- ἐξαποδύνω (to put off)
- παρωθέω (to put off)
- περιάγω (to put off)
- προστίθημι (to put to, to put to)
- προσβάλλω (to put in)
- περιχωρέω (to go round)
- συμπερίειμι (to go round with)
- περιάγω (to go round)
- κυκλόω (I go round)
- περικυκλόω (to go round)
- ἀμφιέννυμι (to put round or on, clothed in, wearing)
- ἀμφικαλύπτω (to put, round, as a cover or shelter)
- περιπλίσσομαι (to put the legs round or across.)
- περιβάλλω (to throw round, about, or over)
-
to put round oneself