Κέρκωψ
3군 변화 명사;
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
Κέρκωψ
Κέρκωπος
형태분석:
Κερκωπ
(어간)
+
ς
(어미)
뜻
- the Cercopes, men-monkeys
- a mischievous fellow, knave
곡용 정보
3군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ἐχρῆτο δὲ αὐτοῖσ εἰσ τὸ χείριστον, καὶ ὄργανα ταῦτα γενναῖα ὑποβεβλημένα ἔχων αὐτίκα μάλα τῶν ἐπὶ κακίᾳ διαβοήτων ἀκρότατοσ ἀπετελέσθη, ὑπὲρ τοὺσ Κέρκωπασ, ὑπὲρ τὸν Εὐρύβατον ἢ Φρυνώνδαν ἢ Ἀριστόδημον ἢ Σώστρατον. (Lucian, Alexander, (no name) 4:3)
(루키아노스, Alexander, (no name) 4:3)
- τὴν μὲν οὖν τιμὴν κομισθεῖσαν Εὔρυτοσ οὐ προσεδέξατο, Ἡρακλῆσ δὲ Ὀμφάλῃ δουλεύων τοὺσ μὲν περὶ τὴν Ἔφεσον Κέρκωπασ συλλαβὼν ἔδησε, Συλέα δὲ ἐν Αὐλίδι τοὺσ παριόντασ ξένουσ σκάπτειν ἀναγκάζοντα, σὺν ταῖσ ῥίζαισ τὰσ ἀμπέλουσ καύσασ μετὰ τῆσ θυγατρὸσ Ξενοδόκησ ἀπέκτεινε. (Apollodorus, Library and Epitome, book 2, chapter 6 3:3)
(아폴로도로스, Library and Epitome, book 2, chapter 6 3:3)
- τοὺσ μὲν γὰρ ὀνομαζομένουσ Κέρκωπασ, λῃστεύοντασ καὶ πολλὰ κακὰ διεργαζομένουσ, οὓσ μὲν ἀπέκτεινεν, οὓσ δὲ ζωγρήσασ δεδεμένουσ παρέδωκε τῇ Ὀμφάλῃ· (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 4, chapter 31 7:1)
(디오도로스 시켈로스, Bibliotheca Historica, book 4, chapter 31 7:1)
- ἐβόων δ’ ἅπαντεσ, ὡσ ἀγαθὴν ἅλμην ποιεῖσ, ἤσθιον δὲ καὶ τέττιγασ καὶ κερκώπασ ἀναστομώσεωσ χάριν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 10 2:1)
(아테나이오스, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 10 2:1)