- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

στέρνον?

2군 변화 명사; 중성 자동번역 로마알파벳 전사: sternon 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: στέρνον στέρνου

형태분석: στερν (어간) + ον (어미)

  1. 가슴, 젖, 흉부
  2. 심장, 가슴, 젖
  1. the breast, chest
  2. the breast, the heart

곡용 정보

2군 변화
단수 쌍수 복수
주격 στέρνον

가슴이

στέρνω

가슴들이

στέρνα

가슴들이

속격 στέρνου

가슴의

στέρνοιν

가슴들의

στέρνων

가슴들의

여격 στέρνῳ

가슴에게

στέρνοιν

가슴들에게

στέρνοις

가슴들에게

대격 στέρνον

가슴을

στέρνω

가슴들을

στέρνα

가슴들을

호격 στέρνον

가슴아

στέρνω

가슴들아

στέρνα

가슴들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • στύλοι χρύσεοι ἐπὶ βάσεως ἀργυρᾶς καὶ πόδες ὡραῖοι ἐπὶ στέρνοις εὐσταθοῦς. [ (Septuagint, Liber Sirach 26:18)

    (70인역 성경, Liber Sirach 26:18)

  • οἰμωγαὶ δ ἐπὶ τούτοις καὶ κωκυτὸς γυναικῶν καὶ παρὰ πάντων δάκρυα καὶ στέρνα τυπτόμενα καὶ σπαραττομένη κόμη καὶ φοινισσόμεναι παρειαί: (Lucian, (no name) 12:1)

    (루키아노스, (no name) 12:1)

  • στέρνον εὐπαγές, καὶ ἐμπεφύκασιν αὐτῇ τῇ ἐντομῇ οἱ πόδες οὐ κατὰ τοὺς σφῆκας πάνυ ἐσφιγμένῃ. (Lucian, Muscae Encomium, (no name) 3:2)

    (루키아노스, Muscae Encomium, (no name) 3:2)

  • στέρνοις τε πορφύρεον χιτῶν ἄμφι, καὶ οὔλιον Θεσσαλὰν χλαμύδ: (Bacchylides, , dithyrambs, ode 18 4:3)

    (바킬리데스, , dithyrambs, ode 18 4:3)

  • οὐκ ἐρεῖς ξύνθημα, λόγχην πρὶν διὰ στέρνων μολεῖν· (Euripides, Rhesus, episode, trochees3)

    (에우리피데스, Rhesus, episode, trochees3)

  • ἐπὶ μέν γε τοῦ Ἀγαμέμνονος ὁρ´α ὅσην αὐτὸς φειδὼ ἐποιήσατο τῶν θεῶν καὶ ὡς ἐταμιεύσατο τὰς εἰκόνας εἰς τὸ σύμμετρον ὡς ὄμματα μέν φησιν καὶ κεφαλὴν ἴκελον αὐτὸν εἶναι τῷ Διί, τῷ Ἄρεϊ δὲ τὴν ζώνην, στέρνον δὲ τῷ Ποσειδῶνι, διαιρῶν τὸν ἄνθρωπον κατὰ μέλη πρὸς τοσούτων θεῶν εἰκόνας: (Lucian, Pro imaginibus, (no name) 25:1)

    (루키아노스, Pro imaginibus, (no name) 25:1)

  • Ἰδού, τόδ, εἰ μὲν στέρνον, ὦ νεανία, παίειν προθυμῇ, παῖσον, εἰ δ ὑπ αὐχένα χρῄζεις, πάρεστι λαιμὸς εὐτρεπὴς ὅδε. (Euripides, Hecuba, episode 3:4)

    (에우리피데스, Hecuba, episode 3:4)

  • ἐπεὶ δὲ συνέστημεν, ὁ βάρβαρος πρότερος τιτρώσκει με ὀλίγον ὅσον ἐπιψαύσας τῷ δόρατι μικρὸν ὑπὲρ τὸ γόνυ, ἐγὼ δὲ διελάσας τὴν ἀσπίδα τῇ σαρίσῃ παίω διαμπὰξ ἐς τὸ στέρνον. (Lucian, Dialogi meretricii, 3:6)

    (루키아노스, Dialogi meretricii, 3:6)

  • οὔτε πόντος οὕτως κύμασιν στένων λάβρως οὔτε γῆς σεισμὸς κεραυνοῦ τ οἶστρος ὠδῖνας πνέων, οἷ ἐγὼ στάδια δραμοῦμαι στέρνον εἰς Ἡρακλέους: (Euripides, Heracles, episode, trochees3)

    (에우리피데스, Heracles, episode, trochees3)

유의어

  1. 가슴

  2. 심장

관련어

명사

형용사

동사

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION