- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σεισμός?

2군 변화 명사; 남성 자동번역 로마알파벳 전사: seismos 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σεισμός σεισμοῦ

형태분석: σεισμ (어간) + ος (어미)

어원: σείω

  1. 흔들기, 전율, 떨기
  2. 지진
  3. 폭풍, 폭풍우
  4. 동요, 선동, 소란
  1. shaking, shock
  2. earthquake
  3. storm
  4. agitation, commotion

곡용 정보

2군 변화
단수 쌍수 복수
주격 σεισμός

흔들기가

σεισμώ

흔들기들이

σεισμοί

흔들기들이

속격 σεισμοῦ

흔들기의

σεισμοῖν

흔들기들의

σεισμῶν

흔들기들의

여격 σεισμῷ

흔들기에게

σεισμοῖν

흔들기들에게

σεισμοῖς

흔들기들에게

대격 σεισμόν

흔들기를

σεισμώ

흔들기들을

σεισμούς

흔들기들을

호격 σεισμέ

흔들기야

σεισμώ

흔들기들아

σεισμοί

흔들기들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐδόκει δὲ καὶ τὸ δαιμόνιον προσημαίνειν τὰ πρασσόμενα σεισμοῖς καὶ κεραυνοῖς καὶ φάσμασιν. (Plutarch, Cicero, chapter 14 3:1)

    (플루타르코스, Cicero, chapter 14 3:1)

  • τὰ μὲν οὖν ἄλλα ἐπὶ τοῖς σεισμοῖς, ὅσοι μεγέθει τε ὑπερήρκασι καὶ ἐπὶ μήκιστον διικνοῦνται τῆς γῆς, προσημαίνειν ὁ θεὸς κατὰ τὰ αὐτὰ ὡς τὸ ἐπίπαν εἰώθεν - ἢ γὰρ ἐπομβρίαι συνεχεῖς ἢ αὐχμοὶ πρὸ τῶν σεισμῶν συμβαίνουσιν ἐπὶ χρόνον πλείονα, καὶ ὁ ἀὴρ παρὰ τὴν ἑκάστοτε τοῦ ἔτους ὡρ´αν χειμῶνός τε γίνεται καυματωδέστερος καὶ ἐν θέρει μετὰ ἀχλύος μᾶλλον ὁ κύκλος παρέχεται τοῦ ἡλίου τὴν χρόαν παρὰ τὸ εἰωθὸς ἤτοι ἐς τὸ ἐρυθρότερον ἢ καὶ ἡσυχῇ ῥέπουσαν ἐς τὸ μελάντερον: (Pausanias, Description of Greece, , chapter 24 11:1)

    (파우사니아스, Description of Greece, , chapter 24 11:1)

  • - τῆς δὲ κινήσεως αὐτῆς καθέστηκεν οὐχ εἷς τρόπος, ἀλλ οἱ φροντίσαντες τὰ τοιαῦτα ἐξ ἀρχῆς καὶ οἱ παρ ἐκείνων διδαχθέντες ἰδέας καταμαθεῖν ἐδυνήθησαν τοσάσδε ἐπὶ τοῖς σεισμοῖς. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 24 14:1)

    (파우사니아스, Description of Greece, , chapter 24 14:1)

  • τὸ μὲν δὴ Φλεγυῶν γένος ἀνέτρεψεν ἐκ βάθρων ὁ θεὸς κεραυνοῖς συνεχέσι καὶ ἰσχυροῖς σεισμοῖς: (Pausanias, Description of Greece, , chapter 36 5:3)

    (파우사니아스, Description of Greece, , chapter 36 5:3)

  • κεῖται Σμύρνα τὸ τῆς Ἀσίας ἄγαλμα, τῆς δὲ ὑμετέρας ἡγεμονίας ἐγκαλλώπισμα, πυρὶ καὶ σεισμοῖς ἐκτριβεῖσα. (Aristides, Aelius, Orationes, 1:3)

    (아리스티데스, 아일리오스, 연설, 1:3)

유의어

  1. 지진

  2. 폭풍

관련어

명사

형용사

동사

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION