헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προτιμάω

α 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προτιμάω προτιμήσω

형태분석: προ (접두사) + τιμά (어간) + ω (인칭어미)

  1. 선호하다, 좋아하다, 더 좋아하다
  2. 돌보다, 신경쓰다, 보살피다, 주의하다
  3. 평가하다, 가치를 매기다, 선호하다, 가치가 있다, 좋아하다, 더 좋아하다
  1. to honour, before or above, to prefer
  2. to prefer in honour or esteem, to be so preferred, to be selected
  3. to care for, take heed of, reck of
  4. to wish rather, prefer, to wish greatly, wish much, to value
  5. to care greatly

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προτιμῶ

(나는) 선호한다

προτιμᾷς

(너는) 선호한다

προτιμᾷ

(그는) 선호한다

쌍수 προτιμᾶτον

(너희 둘은) 선호한다

προτιμᾶτον

(그 둘은) 선호한다

복수 προτιμῶμεν

(우리는) 선호한다

προτιμᾶτε

(너희는) 선호한다

προτιμῶσιν*

(그들은) 선호한다

접속법단수 προτιμῶ

(나는) 선호하자

προτιμῇς

(너는) 선호하자

προτιμῇ

(그는) 선호하자

쌍수 προτιμῆτον

(너희 둘은) 선호하자

προτιμῆτον

(그 둘은) 선호하자

복수 προτιμῶμεν

(우리는) 선호하자

προτιμῆτε

(너희는) 선호하자

προτιμῶσιν*

(그들은) 선호하자

기원법단수 προτιμῷμι

(나는) 선호하기를 (바라다)

προτιμῷς

(너는) 선호하기를 (바라다)

προτιμῷ

(그는) 선호하기를 (바라다)

쌍수 προτιμῷτον

(너희 둘은) 선호하기를 (바라다)

προτιμῴτην

(그 둘은) 선호하기를 (바라다)

복수 προτιμῷμεν

(우리는) 선호하기를 (바라다)

προτιμῷτε

(너희는) 선호하기를 (바라다)

προτιμῷεν

(그들은) 선호하기를 (바라다)

명령법단수 προτίμᾱ

(너는) 선호해라

προτιμᾱ́τω

(그는) 선호해라

쌍수 προτιμᾶτον

(너희 둘은) 선호해라

προτιμᾱ́των

(그 둘은) 선호해라

복수 προτιμᾶτε

(너희는) 선호해라

προτιμώντων, προτιμᾱ́τωσαν

(그들은) 선호해라

부정사 προτιμᾶν

선호하는 것

분사 남성여성중성
προτιμων

προτιμωντος

προτιμωσα

προτιμωσης

προτιμων

προτιμωντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προτιμῶμαι

(나는) 선호된다

προτιμᾷ

(너는) 선호된다

προτιμᾶται

(그는) 선호된다

쌍수 προτιμᾶσθον

(너희 둘은) 선호된다

προτιμᾶσθον

(그 둘은) 선호된다

복수 προτιμώμεθα

(우리는) 선호된다

προτιμᾶσθε

(너희는) 선호된다

προτιμῶνται

(그들은) 선호된다

접속법단수 προτιμῶμαι

(나는) 선호되자

προτιμῇ

(너는) 선호되자

προτιμῆται

(그는) 선호되자

쌍수 προτιμῆσθον

(너희 둘은) 선호되자

προτιμῆσθον

(그 둘은) 선호되자

복수 προτιμώμεθα

(우리는) 선호되자

προτιμῆσθε

(너희는) 선호되자

προτιμῶνται

(그들은) 선호되자

기원법단수 προτιμῴμην

(나는) 선호되기를 (바라다)

προτιμῷο

(너는) 선호되기를 (바라다)

προτιμῷτο

(그는) 선호되기를 (바라다)

쌍수 προτιμῷσθον

(너희 둘은) 선호되기를 (바라다)

προτιμῴσθην

(그 둘은) 선호되기를 (바라다)

복수 προτιμῴμεθα

(우리는) 선호되기를 (바라다)

προτιμῷσθε

(너희는) 선호되기를 (바라다)

προτιμῷντο

(그들은) 선호되기를 (바라다)

명령법단수 προτιμῶ

(너는) 선호되어라

προτιμᾱ́σθω

(그는) 선호되어라

쌍수 προτιμᾶσθον

(너희 둘은) 선호되어라

προτιμᾱ́σθων

(그 둘은) 선호되어라

복수 προτιμᾶσθε

(너희는) 선호되어라

προτιμᾱ́σθων, προτιμᾱ́σθωσαν

(그들은) 선호되어라

부정사 προτιμᾶσθαι

선호되는 것

분사 남성여성중성
προτιμωμενος

προτιμωμενου

προτιμωμενη

προτιμωμενης

προτιμωμενον

προτιμωμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προτιμήσω

(나는) 선호하겠다

προτιμήσεις

(너는) 선호하겠다

προτιμήσει

(그는) 선호하겠다

쌍수 προτιμήσετον

(너희 둘은) 선호하겠다

προτιμήσετον

(그 둘은) 선호하겠다

복수 προτιμήσομεν

(우리는) 선호하겠다

προτιμήσετε

(너희는) 선호하겠다

προτιμήσουσιν*

(그들은) 선호하겠다

기원법단수 προτιμήσοιμι

(나는) 선호하겠기를 (바라다)

προτιμήσοις

(너는) 선호하겠기를 (바라다)

προτιμήσοι

(그는) 선호하겠기를 (바라다)

쌍수 προτιμήσοιτον

(너희 둘은) 선호하겠기를 (바라다)

προτιμησοίτην

(그 둘은) 선호하겠기를 (바라다)

복수 προτιμήσοιμεν

(우리는) 선호하겠기를 (바라다)

προτιμήσοιτε

(너희는) 선호하겠기를 (바라다)

προτιμήσοιεν

(그들은) 선호하겠기를 (바라다)

부정사 προτιμήσειν

선호할 것

분사 남성여성중성
προτιμησων

προτιμησοντος

προτιμησουσα

προτιμησουσης

προτιμησον

προτιμησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προτιμήσομαι

(나는) 선호되겠다

προτιμήσει, προτιμήσῃ

(너는) 선호되겠다

προτιμήσεται

(그는) 선호되겠다

쌍수 προτιμήσεσθον

(너희 둘은) 선호되겠다

προτιμήσεσθον

(그 둘은) 선호되겠다

복수 προτιμησόμεθα

(우리는) 선호되겠다

προτιμήσεσθε

(너희는) 선호되겠다

προτιμήσονται

(그들은) 선호되겠다

기원법단수 προτιμησοίμην

(나는) 선호되겠기를 (바라다)

προτιμήσοιο

(너는) 선호되겠기를 (바라다)

προτιμήσοιτο

(그는) 선호되겠기를 (바라다)

쌍수 προτιμήσοισθον

(너희 둘은) 선호되겠기를 (바라다)

προτιμησοίσθην

(그 둘은) 선호되겠기를 (바라다)

복수 προτιμησοίμεθα

(우리는) 선호되겠기를 (바라다)

προτιμήσοισθε

(너희는) 선호되겠기를 (바라다)

προτιμήσοιντο

(그들은) 선호되겠기를 (바라다)

부정사 προτιμήσεσθαι

선호될 것

분사 남성여성중성
προτιμησομενος

προτιμησομενου

προτιμησομενη

προτιμησομενης

προτιμησομενον

προτιμησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προετίμων

(나는) 선호하고 있었다

προετίμᾱς

(너는) 선호하고 있었다

προετίμᾱν*

(그는) 선호하고 있었다

쌍수 προετιμᾶτον

(너희 둘은) 선호하고 있었다

προετιμᾱ́την

(그 둘은) 선호하고 있었다

복수 προετιμῶμεν

(우리는) 선호하고 있었다

προετιμᾶτε

(너희는) 선호하고 있었다

προετίμων

(그들은) 선호하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προετιμώμην

(나는) 선호되고 있었다

προετιμῶ

(너는) 선호되고 있었다

προετιμᾶτο

(그는) 선호되고 있었다

쌍수 προετιμᾶσθον

(너희 둘은) 선호되고 있었다

προετιμᾱ́σθην

(그 둘은) 선호되고 있었다

복수 προετιμώμεθα

(우리는) 선호되고 있었다

προετιμᾶσθε

(너희는) 선호되고 있었다

προετιμῶντο

(그들은) 선호되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν ξένων, οὐ μόνον Ἕλληνεσ ἀλλὰ καὶ βάρβαροι, οὐδαμῶσ ἄξιοι ὄντεσ κοινωνεῖν ἡμῖν τῆσ πολιτείασ, παρεγγραφέντεσ οὐκ οἶδα ὅπωσ καὶ θεοὶ δόξαντεσ ἐμπεπλήκασι μὲν τὸν οὐρανὸν ὡσ μεστὸν εἶναι τὸ συμπόσιον ὄχλου ταραχώδουσ πολυγλώσσων τινῶν καὶ ξυγκλύδων ἀνθρώπων, ἐπιλέλοιπε δὲ ἡ ἀμβροσία καὶ τὸ νέκταρ, ὥστε μνᾶσ ἤδη τὴν κοτύλην εἶναι διὰ τὸ πλῆθοσ τῶν πινόντων οἱ δὲ ὑπὸ αὐθαδείασ παρωσάμενοι τοὺσ παλαιούσ τε καὶ ἀληθεῖσ θεοὺσ προεδρίασ ἠξιώκασιν αὑτοὺσ παρὰ πάντα τὰ πάτρια καὶ ἐν τῇ γῇ προτιμᾶσθαι θέλουσι· (Lucian, Deorum concilium, (no name) 14:7)

    (루키아노스, Deorum concilium, (no name) 14:7)

  • χαίρουσι καὶ θεοὶ πατρίσι καὶ πάντα μέν, ὡσ εἰκόσ, ἐφορῶσι τὰ τῶν ἀνθρώπων, αὑτῶν ἡγούμενοι κτήματα πᾶσαν γῆν καὶ θάλασσαν, ἐφ’ ἧσ δὲ ἕκαστοσ αὐτῶν ἐγένετο, προτιμᾷ τῶν ἄλλων ἁπασῶν πόλεων. (Lucian, Patriae Encomium, (no name) 5:1)

    (루키아노스, Patriae Encomium, (no name) 5:1)

  • πάντωσ γὰρ ἤδη πεπείκασιν αὐτοὺσ οἱ φιλόσοφοι σὲ τῆσ Ἀδικίασ προτιμᾶν, καὶ μάλιστα ὁ τοῦ Σωφρονίσκου τὸ δίκαιον ὑπερεπαινέσασ καὶ ἀγαθῶν τὸ μέγιστον ἀποφήνασ. (Lucian, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 5:3)

    (루키아노스, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 5:3)

  • μυρία δὲ καὶ ἄλλα ἔκ τε ποιητῶν καὶ συγγραφέων καὶ φιλοσόφων καταδεῖξαί σοι ἔχων, προτιμώντων τὸ ὑγιαίνειν, τοῦτο μὲν παραιτήσομαι, ὡσ μὴ εἰσ ἀπειροκαλίαν τινὰ μειρακιώδη ἐκπέσῃ μοι τὸ σύγγραμμα καὶ κινδυνεύωμεν ἄλλῳ ἥλῳ ἐκκρούειν τὸν ἧλον, ὀλίγα δέ σοι τῆσ ἀρχαίασ ἱστορίασ ὁπόσα μέμνημαι οἰκεῖα τῷ παρόντι προσγράψαι καλῶσ ἔχειν ὑπέλαβον. (Lucian, Pro lapsu inter salutandum 16:1)

    (루키아노스, Pro lapsu inter salutandum 16:1)

  • "καίτοι τί ἐστιν ἐφ’ ὅτῳ προτιμῶνται ἡμῶν; (Lucian, De mercede, (no name) 17:5)

    (루키아노스, De mercede, (no name) 17:5)

유의어

  1. 선호하다

  2. to prefer in honour or esteem

  3. 돌보다

  4. to care greatly

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION