Ancient Greek-English Dictionary Language

πρόσηβος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πρόσηβος πρόσηβον

Structure: προσηβ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: h(/bh

Sense

  1. near manhood

Examples

  • ἄρτι μὲν ἐπεπαύμην εἰσ τὰ διδασκαλεῖα φοιτῶν ἤδη τὴν ἡλικίαν πρόσηβοσ ὤν, ὁ δὲ πατὴρ ἐσκοπεῖτο μετὰ τῶν φίλων ὅ τι καὶ διδάξαιτό με. (Lucian, Somnium sive vita Luciani, (no name) 1:1)
  • "τῷ εὐδαιμονικῷ καλου μένῳ Ἀναξάρχῳ διὰ τὴν τῶν χορηγησάντων ἄγνοιαν περιπεσούσησ ἐξουσίασ γυμνὴ μὲν ᾠνοχόει παιδίσκη πρόσηβοσ ἡ προκριθεῖσα διαφέρειν ὡρ́ᾳ τῶν ἄλλων, ἀνασύρουσα πρὸσ ἀλήθειαν τὴν τῶν οὕτωσ αὐτῇ χρωμένων ἀκρασίαν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 702)

Synonyms

  1. near manhood

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION