헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προλείπω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προλείπω προλείψω προὔλιπον προλέλοιπα

형태분석: προ (접두사) + λείπ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 포기하다, 버리다, 남기다, 잊다, 그만두다, 저버리다, 단념하다
  2. 실패하다, 실수하다, 투항하다
  1. to go forth and leave, to leave behind, forsake, abandon, hath forsaken, to abandon
  2. to omit to do
  3. to desert, fail
  4. to cease or fail beforehand, to faint, fall into a swoon

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προλείπω

(나는) 포기한다

προλείπεις

(너는) 포기한다

προλείπει

(그는) 포기한다

쌍수 προλείπετον

(너희 둘은) 포기한다

προλείπετον

(그 둘은) 포기한다

복수 προλείπομεν

(우리는) 포기한다

προλείπετε

(너희는) 포기한다

προλείπουσιν*

(그들은) 포기한다

접속법단수 προλείπω

(나는) 포기하자

προλείπῃς

(너는) 포기하자

προλείπῃ

(그는) 포기하자

쌍수 προλείπητον

(너희 둘은) 포기하자

προλείπητον

(그 둘은) 포기하자

복수 προλείπωμεν

(우리는) 포기하자

προλείπητε

(너희는) 포기하자

προλείπωσιν*

(그들은) 포기하자

기원법단수 προλείποιμι

(나는) 포기하기를 (바라다)

προλείποις

(너는) 포기하기를 (바라다)

προλείποι

(그는) 포기하기를 (바라다)

쌍수 προλείποιτον

(너희 둘은) 포기하기를 (바라다)

προλειποίτην

(그 둘은) 포기하기를 (바라다)

복수 προλείποιμεν

(우리는) 포기하기를 (바라다)

προλείποιτε

(너희는) 포기하기를 (바라다)

προλείποιεν

(그들은) 포기하기를 (바라다)

명령법단수 προλείπε

(너는) 포기해라

προλειπέτω

(그는) 포기해라

쌍수 προλείπετον

(너희 둘은) 포기해라

προλειπέτων

(그 둘은) 포기해라

복수 προλείπετε

(너희는) 포기해라

προλειπόντων, προλειπέτωσαν

(그들은) 포기해라

부정사 προλείπειν

포기하는 것

분사 남성여성중성
προλειπων

προλειποντος

προλειπουσα

προλειπουσης

προλειπον

προλειποντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προλείπομαι

(나는) 포기된다

προλείπει, προλείπῃ

(너는) 포기된다

προλείπεται

(그는) 포기된다

쌍수 προλείπεσθον

(너희 둘은) 포기된다

προλείπεσθον

(그 둘은) 포기된다

복수 προλειπόμεθα

(우리는) 포기된다

προλείπεσθε

(너희는) 포기된다

προλείπονται

(그들은) 포기된다

접속법단수 προλείπωμαι

(나는) 포기되자

προλείπῃ

(너는) 포기되자

προλείπηται

(그는) 포기되자

쌍수 προλείπησθον

(너희 둘은) 포기되자

προλείπησθον

(그 둘은) 포기되자

복수 προλειπώμεθα

(우리는) 포기되자

προλείπησθε

(너희는) 포기되자

προλείπωνται

(그들은) 포기되자

기원법단수 προλειποίμην

(나는) 포기되기를 (바라다)

προλείποιο

(너는) 포기되기를 (바라다)

προλείποιτο

(그는) 포기되기를 (바라다)

쌍수 προλείποισθον

(너희 둘은) 포기되기를 (바라다)

προλειποίσθην

(그 둘은) 포기되기를 (바라다)

복수 προλειποίμεθα

(우리는) 포기되기를 (바라다)

προλείποισθε

(너희는) 포기되기를 (바라다)

προλείποιντο

(그들은) 포기되기를 (바라다)

명령법단수 προλείπου

(너는) 포기되어라

προλειπέσθω

(그는) 포기되어라

쌍수 προλείπεσθον

(너희 둘은) 포기되어라

προλειπέσθων

(그 둘은) 포기되어라

복수 προλείπεσθε

(너희는) 포기되어라

προλειπέσθων, προλειπέσθωσαν

(그들은) 포기되어라

부정사 προλείπεσθαι

포기되는 것

분사 남성여성중성
προλειπομενος

προλειπομενου

προλειπομενη

προλειπομενης

προλειπομενον

προλειπομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προλείψω

(나는) 포기하겠다

προλείψεις

(너는) 포기하겠다

προλείψει

(그는) 포기하겠다

쌍수 προλείψετον

(너희 둘은) 포기하겠다

προλείψετον

(그 둘은) 포기하겠다

복수 προλείψομεν

(우리는) 포기하겠다

προλείψετε

(너희는) 포기하겠다

προλείψουσιν*

(그들은) 포기하겠다

기원법단수 προλείψοιμι

(나는) 포기하겠기를 (바라다)

προλείψοις

(너는) 포기하겠기를 (바라다)

προλείψοι

(그는) 포기하겠기를 (바라다)

쌍수 προλείψοιτον

(너희 둘은) 포기하겠기를 (바라다)

προλειψοίτην

(그 둘은) 포기하겠기를 (바라다)

복수 προλείψοιμεν

(우리는) 포기하겠기를 (바라다)

προλείψοιτε

(너희는) 포기하겠기를 (바라다)

προλείψοιεν

(그들은) 포기하겠기를 (바라다)

부정사 προλείψειν

포기할 것

분사 남성여성중성
προλειψων

προλειψοντος

προλειψουσα

προλειψουσης

προλειψον

προλειψοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προλείψομαι

(나는) 포기되겠다

προλείψει, προλείψῃ

(너는) 포기되겠다

προλείψεται

(그는) 포기되겠다

쌍수 προλείψεσθον

(너희 둘은) 포기되겠다

προλείψεσθον

(그 둘은) 포기되겠다

복수 προλειψόμεθα

(우리는) 포기되겠다

προλείψεσθε

(너희는) 포기되겠다

προλείψονται

(그들은) 포기되겠다

기원법단수 προλειψοίμην

(나는) 포기되겠기를 (바라다)

προλείψοιο

(너는) 포기되겠기를 (바라다)

προλείψοιτο

(그는) 포기되겠기를 (바라다)

쌍수 προλείψοισθον

(너희 둘은) 포기되겠기를 (바라다)

προλειψοίσθην

(그 둘은) 포기되겠기를 (바라다)

복수 προλειψοίμεθα

(우리는) 포기되겠기를 (바라다)

προλείψοισθε

(너희는) 포기되겠기를 (바라다)

προλείψοιντο

(그들은) 포기되겠기를 (바라다)

부정사 προλείψεσθαι

포기될 것

분사 남성여성중성
προλειψομενος

προλειψομενου

προλειψομενη

προλειψομενης

προλειψομενον

προλειψομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προέλειπον

(나는) 포기하고 있었다

προέλειπες

(너는) 포기하고 있었다

προέλειπεν*

(그는) 포기하고 있었다

쌍수 προελείπετον

(너희 둘은) 포기하고 있었다

προελειπέτην

(그 둘은) 포기하고 있었다

복수 προελείπομεν

(우리는) 포기하고 있었다

προελείπετε

(너희는) 포기하고 있었다

προέλειπον

(그들은) 포기하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προελειπόμην

(나는) 포기되고 있었다

προελείπου

(너는) 포기되고 있었다

προελείπετο

(그는) 포기되고 있었다

쌍수 προελείπεσθον

(너희 둘은) 포기되고 있었다

προελειπέσθην

(그 둘은) 포기되고 있었다

복수 προελειπόμεθα

(우리는) 포기되고 있었다

προελείπεσθε

(너희는) 포기되고 있었다

προελείποντο

(그들은) 포기되고 있었다

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προέλιπον

(나는) 포기했다

προέλιπες

(너는) 포기했다

προέλιπεν*

(그는) 포기했다

쌍수 προελίπετον

(너희 둘은) 포기했다

προελιπέτην

(그 둘은) 포기했다

복수 προελίπομεν

(우리는) 포기했다

προελίπετε

(너희는) 포기했다

προέλιπον

(그들은) 포기했다

명령법단수 προλίπε

(너는) 포기했어라

προλιπέτω

(그는) 포기했어라

쌍수 προλίπετον

(너희 둘은) 포기했어라

προλιπέτων

(그 둘은) 포기했어라

복수 προλίπετε

(너희는) 포기했어라

προλιπόντων

(그들은) 포기했어라

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to omit to do

  2. 실패하다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION