Ancient Greek-English Dictionary Language

προβιβάζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: προβιβάζω προβιβῶ

Structure: προ (Prefix) + βιβάζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: Causal of probai/nw

Sense

  1. to make step forward, lead forward, lead on, to lead on, induce
  2. to push forward, advance, to exalt
  3. to teach beforehand

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προβιβάζω προβιβάζεις προβιβάζει
Dual προβιβάζετον προβιβάζετον
Plural προβιβάζομεν προβιβάζετε προβιβάζουσιν*
SubjunctiveSingular προβιβάζω προβιβάζῃς προβιβάζῃ
Dual προβιβάζητον προβιβάζητον
Plural προβιβάζωμεν προβιβάζητε προβιβάζωσιν*
OptativeSingular προβιβάζοιμι προβιβάζοις προβιβάζοι
Dual προβιβάζοιτον προβιβαζοίτην
Plural προβιβάζοιμεν προβιβάζοιτε προβιβάζοιεν
ImperativeSingular προβίβαζε προβιβαζέτω
Dual προβιβάζετον προβιβαζέτων
Plural προβιβάζετε προβιβαζόντων, προβιβαζέτωσαν
Infinitive προβιβάζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προβιβαζων προβιβαζοντος προβιβαζουσα προβιβαζουσης προβιβαζον προβιβαζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προβιβάζομαι προβιβάζει, προβιβάζῃ προβιβάζεται
Dual προβιβάζεσθον προβιβάζεσθον
Plural προβιβαζόμεθα προβιβάζεσθε προβιβάζονται
SubjunctiveSingular προβιβάζωμαι προβιβάζῃ προβιβάζηται
Dual προβιβάζησθον προβιβάζησθον
Plural προβιβαζώμεθα προβιβάζησθε προβιβάζωνται
OptativeSingular προβιβαζοίμην προβιβάζοιο προβιβάζοιτο
Dual προβιβάζοισθον προβιβαζοίσθην
Plural προβιβαζοίμεθα προβιβάζοισθε προβιβάζοιντο
ImperativeSingular προβιβάζου προβιβαζέσθω
Dual προβιβάζεσθον προβιβαζέσθων
Plural προβιβάζεσθε προβιβαζέσθων, προβιβαζέσθωσαν
Infinitive προβιβάζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προβιβαζομενος προβιβαζομενου προβιβαζομενη προβιβαζομενης προβιβαζομενον προβιβαζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to make step forward

  2. to push forward

  3. to teach beforehand

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION