πέσσω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
πέσσω
πέψω
ἔπεψα
πέπεμμαι
ἐπέφθην
Structure:
πέσς
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- I soften, ripen
- I boil, cook, bake
- I digest
- (figuratively) I brood
- (of diseases)
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ὡσ οὖν ἐκελεύομεν καὶ συνεχωροῦμεν, ἔφη τὸν ἀέρα τὸν ἐν Δελφοῖσ, πυκνὸν ὄντα καὶ συνεχῆ καὶ τόνον ἔχοντα διὰ τὴν ἀπὸ τῶν ὀρῶν ἀνάκλασιν καὶ ἀντέρεισιν, ἔτι καὶ λεπτὸν εἶναι καὶ δηκτικόν, ὥσ που μαρτυρεῖ καὶ τὰ περὶ τὰσ πέψεισ τῆσ; (Plutarch, De Pythiae oraculis, section 41)
- τὸ γὰρ τῆσ σελήνησ ἄστρον πρὸσ τὰσ τῆσ τροφῆσ ἁρμόττει πέψεισ σηπτικὸν ὑπάρχον κατὰ σῆψιν δ’ ἡ πέψισ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 7, book 7, chapter 2 2:5)
- ὅταν γὰρ ἐν τοῖσ πυρετοῖσ χείρουσ τῶν σιτίων τὰσ πέψεισ γίγνεσθαι λέγῃ, μὴ διότι τῆσ ἐμφύτου θερμασίασ ἡ συμμετρία διέφθαρται, καθάπερ οἱ πρόσθεν ὑπελάμβανον, ἀλλ’ ὅτι περιστέλλεσθαι καὶ τρίβειν ἡ γαστὴρ οὐχ ὁμοίωσ δύναται βεβλαμμένη τὴν ἐνέργειαν, ἐρέσθαι δίκαιον αὐτόν, ὑπὸ τίνοσ ἡ τῆσ γαστρὸσ ἐνέργεια βέβλαπται. (Galen, On the Natural Faculties., B, section 869)
- εἰ δὲ πυρέξειεν, εὐθὺσ μὲν αἱ πέψεισ γίγνονται χείρουσ, εὐθὺσ δὲ καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆσ γαστρὸσ βεβλάφθαι φαμὲν ὀρθῶσ λέγοντεσ. (Galen, On the Natural Faculties., B, section 872)
Synonyms
-
I soften
-
I digest
Derived
- καταπέσσω (to boil down, to digest food, to digest)
- περιπέσσω (to bake all over, to crust or cover over, cook up)