- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

δορίκτητος?

First/Second declension Adjective; Transliteration: doriktētos

Principal Part: δορίκτητος δορίκτητον

Structure: δορικτητ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. won by the spear

Examples

  • ὤ μοι τεκέων ἐμῶν, ὤ μοι πατέρων χθονός θ, ἃ καπνῷ κατερείπεται, τυφομένα, δορίκτητος Ἀργεΐων: (Euripides, Hecuba, choral, antistrophe 21)
  • δορίκτητον ὑπερεῖδε, μεγάλων πραγμάτων καταβαλλόμενος ἀρχάς. (Plutarch, De Alexandri magni fortuna aut virtute, chapter 1, section 8 11:1)
  • καίτοι γ Ἀρίστιππον θαυμάζουσι τὸν Σωκρατικόν, ὅτι καὶ τρίβωνι λιτῷ καὶ Μιλησίᾳ χλαμύδι χρώμενος δι ἀμφοτέρων ἐτήρει τὸ εὔσχημον Ἀλεξάνδρῳ δ ἐγκαλοῦσιν, ὅτι τὴν πάτριον ἐσθῆτα κοσμῶν οὐδὲ τὴν δορίκτητον ὑπερεῖδε, μεγάλων πραγμάτων καταβαλλόμενος ἀρχάς. (Plutarch, De Alexandri magni fortuna aut virtute, chapter 1, section 8 3:2)
  • Σόον λέγεται ἐν χωρίῳ χαλεπῷ καὶ ἀνύδρῳ πολιορκούμενον ὑπὸ Κλειτορίων ὁμολογῆσαι τὴν δορίκτητον αὐτοῖς ἀφεῖναι γῆν, εἰ πίοιεν οἱ μετ αὐτοῦ πάντες ἀπὸ τῆς πλησίον πηγῆς: (Plutarch, Apophthegmata Laconica, Soou, section 1 1:1)
  • σόον λέγεται ἐν χωρίῳ χαλεπῷ καὶ ἀνύδρῳ πολιορκούμενον ὑπὸ Κλειτορίων ὁμολογῆσαι τὴν δορίκτητον αὐτοῖς ἂν ἀφεῖναι γῆν, εἰ πίοιεν οἱ μετ αὐτοῦ πάντες ἀπὸ τῆς πλησίον πηγῆς: (Plutarch, Apophthegmata Laconica, , section 1 2:1)

Synonyms

  1. won by the spear

Related

명사

형용사

동사

부사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION